«Οι τελευταίοι γκαϊτατζήδες της Ροδόπης»

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Ανέκδοτες ηχογραφήσεις από 16 οργανοπαίχτες γκάιντας, οι οποίοι, πλην ενός, δεν είναι πια στη ζωή, καταγράφονται στο CD «Οι τελευταίοι γκαϊτατζήδες της Ροδόπης-Ζωντανός δεσμός με το παρελθόν», που εξέδωσε ο Μορφωτικός Όμιλος Κομοτηνής.

Αποτελεί καρπό της τριακονταετούς έρευνας του Γιάννη Παγκοζίδη, με τη βοήθεια του αδελφού του Γιώργου και χρηματοδοτήθηκε, εν μέρει, μέσω προγράμματος Leader της Αναπτυξιακής Εταιρίας Ροδόπης. Ξεκινώντας από το 1981, επισκέφθηκαν χωριά της Ροδόπης για να βρουν γκαϊτατζήδες ή συγγενείς τους.

Κατέγραψαν τα βιογραφικά τους στοιχεία, ηχογράφησαν επί τόπου τους γκαϊτατζήδες ή συγκέντρωσαν το κακής ποιότητας ηχητικό υλικό από τους συγγενείς όσων δεν ζούσαν και κατόπιν το επεξεργάστηκαν για να το διασώσουν.

Μετά το 1998, οι καταγραφές συνεχίστηκαν στο στούντιο των αδελφών Παγκοζίδη, στη Μαρώνεια. «Ποτέ μία έρευνα δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη, θεωρούμε αυτήν αρκετά επαρκή γιατί περιορίστηκε στο νομό Ροδόπης και διήρκησε ένα μεγάλο διάστημα» δήλωσε στο ΑΜΠΕ ο Γιάννης Παγκοζίδης. Τόνισε δε ότι η σημασία της παραγωγής αυτής αυξάνει από το γεγονός ότι έχουν γίνει καταγραφικές δουλειές από λαογράφους για λογαριασμό της Ακαδημίας Αθηνών, αλλά το υλικό δεν είναι διαθέσιμο στους ερευνητές και δεν έχει εκδοθεί κάτι σχετικό. «Η έκδοση έρχεται να συμπληρώσει το μουσικολογικό κομμάτι της παράδοσης της Θράκης δεν μπορεί να είναι εμπορική» εξήγησε ο κ. Παγκοζίδης και πρόσθεσε ότι δεν προσφέρεται για γλέντι, δίνει όμως τη δυνατότητα σε κάποιον που ενδιαφέρεται να ακούσει σπάνιες ηχογραφήσεις και τον τρόπο παιξίματος των παλαιότερων.

Οι παλαιότεροι από τους γκαϊτατζήδες που παρουσιάζονται στην έκδοση, ήρθαν στη Ροδόπη, πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία, ενώ υπάρχουν αναφορές και για Πομάκους γκαϊτατζήδες. Οι περισσότεροι έμαθαν το όργανο από τον πατέρα τους ή από συγγενικό πρόσωπο.

Από τους ονομαστούς οργανοπαίχτες ήταν ο Δημήτριος Σισκάκης (ο πρεσβύτερος από τους καταγραφέντες) που γεννήθηκε το 1888 στο Μιχαλίτσι της Ανατολικής Ρωμυλίας και εγκαταστάθηκε στο χωριό Διώνη της Ροδόπης, όπου και πέθανε το 1988. Ο Πέτρος Ουζουνάκης γεννήθηκε στο χωριό Προσκυνητές της Ροδόπης το 1930, όπου ζει μέχρι σήμερα, άξιος γιος του μεγάλου γκαϊτατζή, Ιωάννη Ουζουνάκη. Στο CD τραγουδάει η αδελφή του Αναστασία, συνοδεύοντας τον γκαϊτατζή σύζυγο της, Στέφανο Παπαβασιλείου.

Από τους 16 μουσικούς επιλέχθηκε ένας χαρακτηριστικός, μουσικολογικά και τεχνικά, σκοπός. Φαίνεται ότι δεν υπήρχε χωριό που να μην έχει γκαϊτατζήδες, ενώ η γκάιντα ως παλιό όργανο κυριαρχούσε για πολλά χρόνια στα χωριά της Ροδόπης σε όλες τις στιγμές που χρειάζεται μια τοπική λαϊκή κοινωνία: πανηγύρια, ονομαστικές εορτές, αρραβώνες, γάμοι, γλέντια κ.λπ. Το ρεπερτόριο στον πολυπολιτισμικό νομό Ροδόπης, όπου συγκατοικούσαν ντόπιοι και πρόσφυγες, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, διαμορφωνόταν ανάλογα με την πληθυσμιακή διαστρωμάτωση «Η γκάιντα είναι ιδιαίτερο όργανο, το ρεπερτόριο της δεν είναι απεριόριστο. Σε αναγκάζει να παίξεις συγκεκριμένο ρεπερτόριο, να το παίξεις σωστά και να έχει απήχηση» υπογράμμισε ο κ. Παγκοζίδης. Όπως είπε, ένας λαϊκός οργανοπαίχτης έπρεπε να φροντίσει να έχει απήχηση για να τον καλούν στους γάμους και στις εκδηλώσεις και να επιβιώσει. Μετά το 1940, λόγω και της βουλγαρικής κατοχής, η γκάιντα κυνηγήθηκε και οι οργανοπαίχτες οδηγήθηκαν σε σταδιακή απαξίωση. «Πολλοί τις έκρυβαν τις γκάιντες, τις έθαβαν σε μία σακούλα στο μπαξέ» σημείωσε.

Στην περιθωριοποίηση των γκαϊτατζήδων συνέβαλε και η είσοδος στο προσκήνιο καινούργιων μουσικών οργάνων, όπως το αρμόνιο, το ακορντεόν και το μπουζούκι. Οι παλιότεροι έφυγαν από τη ζωή και όσοι έμειναν, έπαιζαν μόνο για τον εαυτό τους, πικραμένοι και ξεχασμένοι. Ο κ. Παγκοζίδης σημείωσε ότι υπάρχει, πλέον, μια νέα γενιά παιδιών που παίζουν γκάιντα και σπουδάσανε στην Ελλάδα ή στη Βουλγαρία οι περισσότεροι, ενώ χαρακτήρισε θετικό το γεγονός χρήσης του οργάνου στη σύγχρονη μουσική δημιουργία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν γίνεται για εντυπωσιασμό. Επισήμανε την ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί η σχέση με την παράδοση και μίλησε για «φολκλορική τυποποίηση» που αποξενώνει και απομακρύνει τον ίδιο τον λαό. Όπως επισήμανε η λαϊκή μουσική και ο λαϊκός χορός ήταν «από το λαό για το λαό». Τώρα, «πηγαίνουν στο πανηγύρι, κάθονται στα τραπέζια και παρακολουθούν επί ώρες να χορεύουν μόνον μέλη κάποιων χορευτικών συγκροτημάτων σε μορφή παράστασης». Γ. Χατζηγεωργίου – Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων

 

Σχόλια Χρηστών

x

Δείτε Επίσης

Σαν σήμερα, 13 Μαΐου 1983, πέθανε η Κυρά της Ρω, η Κυρά της Ρωμιοσύνης

Κυρά της Ρω, η γυναίκα που επί 40 χρόνια ύψωνε την ελληνική σημαία στην βραχονησίδα Ρω Μεγίστης