«Αγιοθοδωρίτισσα»-Αφιέρωμα στο τραγούδι & τον δημιουργό του

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Το τραγούδι «Αγιοθοδωρίτισσα» Είναι μία δημιουργία του διακεκριμένου λαϊκού μουσικού και τραγουδοποιού Βαγγέλη Παπάζογλου, ενός από τους κορυφαίους προπολεμικούς ρεμπέτες. Ήταν γεννημένος στην Σμύρνη και κάποια από τα τραγούδια του έχουν αποκτήσει παραδοσιακό ύφο στο πέρασμα των χρόνων και έχουν αγαπηθεί σε διάφορα μέρη της Ελλάδος. Το «Αγιοθοδωρίτισσα», αν και ρεμπέτικο τραγούδι, έχει αγαπηθεί πολύ από τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου γι’αυτό και το έχουν εντάξει στα πανηγύρια και τα γλέντια τους!

Στίχοι

Βρε Αγιοθοδωρίτισσα πεντάμορφη στα κάλλη
εσύ μου πήρες το μυαλό μέσα από το κεφάλι
Πάψε πια τα νταλκαδάκια που ‘χεις με τα σωφεράκια

Αγιοθοδωρίτισσα μου έλα γίνε πια δικιά μου
Και βραδιοξημερόνομαι μεσ’ την Αμερικάνα
Αχ, Αγιοθοδωρίτισσα πεντάμορφη Σουλτάνα

Πειράζεις τους σωφέρηδες που ‘ρχονται απ’την Αθήνα
πειράζεις κι όλα το παιδιά που πάνε στα ρετσίνια
Βρε Αγιοθοδωρίτισσα μάζεψε το μυαλό σου
γιάτι αργά ή γρύγορα θα βρεις το δάσκαλό σου

Λίγα λόγια για τον δημιουργό του τραγουδιού, Βαγγέλη Παπάζογλου
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου ήταν άτομο με αρχές που δεν τις παρέβαινε ποτέ και με οποιοδήποτε μάλιστα κόστος. Ο,τι έβαζε στο μυαλό του και το θεωρούσε σωστό το έκανε πράξη πάση θυσία, κάτι που απόδειξε πολλές φορές στη ζωή του. Γι αυτό και του κόλλησαν το παρατσούκλι «αγγούρι», δηλαδή «ανυπότακτος», «ασυμβίβαστος», «δύσκολος», «ζόρικος».

Γεννήθηκε το 1896 στο Ντουρμπαλί, ένα χωριουδάκι λίγο έξω απ τη Σμύρνη. Πήγε μόνο μέχρι την τρίτη δημοτικού στο ελληνικό σχολείο, αφού ακολουθούσε τον πατέρα του που ήταν σιδηροδρομικός και αναγκαζόταν να μετακινείται στις περιοχές της Σμύρνης.

Μόλις στα δεκάξι του, αγάπησε την όμορφη δεκατετράχρονη Αναστασία Μανιάτη, από τη Σύρο, κι επειδή δεν του την έδιναν την έκλεψε. Ο γάμος δεν κράτησε πολύ. Ως φλογερός πατριώτης κατατάχτηκε μετά το 1919 στον ελληνικό στρατό που βρέθηκε στην Ιωνία, αφού κατάφερε το 1913 να αποφύγει τον τουρκικό στρατό, χρησιμοποιώντας τα έγγραφα ενός πρώτου εξαδέλφου του που είχε πεθάνει πολύ νέος. Μετά την καταστροφή του 1922 βρέθηκε κι αυτός πρόσφυγας στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Κοκκινιά.

Στην Εστουδιαντίνα της Σμύρνης «Τα Πολιτάκια»
Η σχέση του με τη μουσική ξεκίνησε από παιδί, όταν άρχισε να μαθαίνει διάφορα όργανα, όπως μαντολίνο (πολύ της μόδας τότε), κιθάρα, βιολί, σαντούρι, ακόμα και μπάντζο. Γύρω στα 1918-19 εντάχθηκε στην εστουδιαντίνα της Σμύρνης «Τα Πολιτάκια», όπου έπαιζε μαντολίνο. Οταν βρέθηκε στην Ελλάδα έπιασε αμέσως δουλειά ως μουσικός.

Το πρώτο μαγαζί στο οποίο δούλεψε επίσημα ήταν του «Θεοφράστου» στις Τζιτζιφιές, το 1923. Εκεί γνωρίστηκε με τη μετέπειτα δεύτερη γυναίκα του, την τραγουδίστρια Αγγελική Μαρωνίτη, με την οποία παντρεύτηκε το 1927. Ήταν αυτοδίδακτος μουσικός, αλλά με τη βοήθεια του εξαιρετικού Σμυρνιού μαέστρου και συνθέτη Σπύρου Περιστέρη, έμαθε τη μουσική σημειογραφία και έτσι αποτύπωνε στο χαρτί τις μοναδικές μελωδίες του.

Οι επιτυχίες
Ο Παπάζογλου έγραψε επισήμως 24 τραγούδια, μερικά εκ των οποίων είχαν περισσότερες από μία ηχογραφήσεις, με αποτέλεσμα οι συνολικές ηχογραφήσεις των τραγουδιών του να είναι 39. Σ αυτά τα τραγούδια πρέπει να προσθέσουμε «Το προσφυγάκι» που ηχογραφήθηκε μόνο στην Αμερική από τον Μελκών, τα μοτίβα δύο αμανέδων, καθώς και κάποια τραγούδια του που κυκλοφόρησαν με άλλα ονόματα γιατί τα χάρισε… (Ο Πάνος Σαββόπουλος θεωρεί δικά του τα εξής:«Το παράπονο του ντερβίση», «Σε γέλασα», «Η ψευτοφιλία», «Τεχνίτης και κατεργάρης», «Τσαχπίνα μαυρομάτα» )

Μετά το 1937 σταμάτησε να ηχογραφεί, αφού ήρθε σε ρήξη με τη λογοκρισία του Μεταξά, που ήθελε να του αλλάξει επικίνδυνα -υποτίθεται- στιχάκια. Με αφορμή το τραγούδι του «Μπατίρης», όταν στους στίχους «Πάσχω να βρω την τύχη μου για να την αρωτήσω, αν έχω το δικαίωμα ελεύθερος να ζήσω», οι μεν λογοκριτές πρότειναν να αντικατασταθεί το «ελεύθερος» με το «χαρούμενος», ο δε δημιουργός τους απάντησε ότι χαρούμενος είναι μόνον ο ελεύθερος.

Ο πόλεμος του 1940 και η Κατοχή του έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα. Δεν ξανανέβηκε σε πάλκο. Ελεγε: «τα πουλιά δεν κελαηδούνε όταν νυχτώσει…» Για να ζήσουν έκανε τον παλιατζή (η γυναίκα του, η Αγγελική, τυφλή πια, είχε ήδη σταματήσει να τραγουδάει στα πάλκα). Τότε προσβλήθηκε από φυματίωση κι έκανε συχνές αιμοπτύσεις.

Η Αγγέλα πούλησε σχεδόν τα πάντα από το σπίτι για να έχουν λίγο φαγητό. Κι όταν πέθανε ο Βαγγέλης, στις 27 Ιουνίου του 1943, δανείστηκε δύο καρέκλες για ν ακουμπήσουν το φέρετρο. Τον έθαψαν χωρίς παπά, αφού ο παπάς είχε πάει στη μαύρη αγορά… Χαρακτηριστικό είναι ότι λίγες μέρες πριν πεθάνει πήγε στο καφενείο που σύχναζαν οι μουσικοί και μοίραζε σε φίλους του ανέκδοτα τραγούδια του σε παρτιτούρες.

Σχόλια Χρηστών

Σχόλια

σχόλια

x

Δείτε Επίσης

Πανηγύρι στο χωριό Παπαδάτες Πρεβέζης το 1965 – Ηχητικό απόσπασμα

Σπάνιο ηχητικό απόσπασμα από πανηγύρι στις Παπαδάτες Πρεβέζης το 1965 - Φωτογραφίες σε video