Παραδόσεις και παροιμίες για τον Ιούνιο – Υποδεχόμαστε το καλοκαίρι

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Από λαογραφικής πλευράς ο μήνας Ιούνιος λέγεται Θεριστής, γιατί τότε σε πολλά μέρη θερίζουν τα σπαρτά, Αϊ-Γιάννης και Αϊγιαννίτης και Κλήδονας, γιατί τότε (24 Ιουνίου) είναι η γιορτή του Αϊ-Γιάννη, που γίνεται ο Κλήδονας. Άλλα ονόματά του: Κερασάρης, γιατί τότε ωριμάζουν τα κεράσια, Ορνιαστής, στην Άνδρο, γιατί τότε γίνεται η επικονίαση-γονιμοποίηση (όρνιασμα) των σύκων. Τον Ιούνιο ξεκινούν οι μεγάλες δουλειές των γεωργών, θέρος, τρύγος, πόλεμος!

Γιορτές το μήνα Ιούνιο και έθιμα
Η γιορτή του Αι-Γιάννη τού Φανιστή, του Απορνιαστή, του Ριγανά και του Κλήδονα είναι η πιο σπουδαία κατά τον Ιούνιο. Γενέθλιο Ιωάννου του Προδρόμου στις 24 Ιουνίου. Το γενέθλιο συμπίπτει με τις θερινές τροπές του ηλίου. Την ημέρα αυτή «τ’ Αϊ-Γιαννιού του Λιοτροπιού (Κύθνος) ή Λιτροπίου (Κύμη) ή Αλιτροπιού (Λέσβος)…», τραγουδούν «Ο Ήλιος τρέμειγυρίζει σαν τροχός,είναι θαμπερός». Πολλοί ακολουθώντας το πανάρχαιο έθιμο ανάβουν φωτιές στους δρόμους και πηδάνε πάνω απ’ αυτές λέγοντας: «Αφήνω το κακό, πάω στο καλλίτερο». Οι αρχαίοι γύρω από τις καθαρτήριες πυρές που άναβαν στο Άστυ την ίδια μέρα των τροπών του Ηλίου έλεγαν: «Έφυγον κακόν, εύρον άμεινον».

Κλήδονας τ’Αϊ-Γιαννιού
Η προετοιμασία του Κλήδονα γίνεται την παραμονή της γιορτής ως εξής: «Ένα αγόρι ή ένα κορίτσι τυχερό, που έχει δηλ. εν ζωή τους γονείς του, φέρνει από τη βρύση (ή από το πηγάδι) αμίλητο (ή βουβό ή αρπαχτικό) νερό»• και το αδειάζει σε ένα μικρό κιούπι. Τα άλλα παιδιά, νέοι και νέες που έχουν μαζευτεί, ρίχνουν στο αγγείο το ριζακάρι τους: ένα δαχτυλίδι, ένα σκουλαρίκι κ.λπ. Κατόπιν σκεπάζουν το κιούπι με ένα κόκκινο πανί, το κλειδώνουν με κλειδαριά και «το εκθέτουν τη νύχτα, για να… αστρονομιστεί.» Το άνοιγμα του κλήδονα γίνεται το πρωί «Βγαίνοντας ο Ήλιος».

Θερισμός – Αλωνισμός
Ο θερισμός των σιτηρών άρχιζε συνήθως τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου (μήνας θεριστής) και διαρκούσε ένα μήνα περίπου. Συνήθως θέριζαν πρώτα το σανό και το κριθάρι, μετά τη βρώμη και τελευταία το σιτάρι και τη σίκαλη. Ο θερισμός γινόταν με το δρεπάνι μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, οδοντωτό (άρπης καρχαρόδους του Ησιόδου) ή λείο ή με το λελέκι, εργαλείο περισσότερο επαγγελματικό. Στην προϊστορία ήταν φτιαγμένο από ξύλο ή κόκαλο και δόντια από πυριτόλιθο ή οψιανό, ενώ το παραδοσιακό δρεπάνι έχει λεπίδα από μέταλλο και στέλεχος από ξύλο.

Το χόρτο θεριζόταν με την κοσιά (χωσιά). Παλαιότερα ο θερισμός γινόταν με τα χέρια. Τα στάχυα θερίζονταν με χεριές ή δράγματα και τοποθετούνταν στο έδαφος, γίνονταν αγκαλιές, δένονταν σε δεμάτια και μεταφέρονταν με ζώα ή με κάρα στ’ αλώνια (χωμάτινα ή πέτρινα) για τον αλωνισμό.

Αλλά και το αλώνισμα γινόταν με ένα εργαλείο που δε διαφέρει από το προϊστορικό πρότυπο. Πρόκειται για τη δικάνη, τον τρίβολο των αρχαίων, ένα ξύλινο έλκηθρο, αποτελούμενο από μια ή δυο – τρεις σανίδες ενωμένες μεταξύ τους. Στην κάτω επιφάνεια η δικάνη είχε και μέχρι τα μέσα του 20 ου αιώνα μυτερές πέτρες, σαν δόντια για να θρυμματίζουν τα στάχυα. Το έλκηθρο το έσερναν βόδια ή άλογα που πατούσαν με τις οπλές τους τα στάχυα. Το αλώνισμα γινόταν και με ζώα δεμένα με σχοινιά που γύριζαν γύρω από τον αλωνόστυλο (στοίγερο, στοιχερός) που ήταν τοποθετημένο στο κέντρο του αλωνιού.

Περίμεναν να φυσήξει ευνοϊκός αέρας για να γίνει το λίχνισμα και να ξεχωρίσει ο καρπός από το άχυρο. Την άπνοια την αντιμετώπιζε ο λαός με προσευχές, επωδές και διάφορες μαγικές ενέργειες. Το λίχνισμα γινόταν με τη βοήθεια λιχνιστηρίων (καρπολόγια , δικράνια) και ο καρπός αφού κοσκινιζόταν (δριμόνισμα – κοσκίνισμα) για να αποχωριστεί από τα σκύβαλα μεταφερόταν στις αποθήκες. Ο θερισμός – αλωνισμός του σιταριού ήταν μια επίπονη διαδικασία, που διαρκούσε από τα μέσα Ιουνίου έως και τον Δεκαπενταύγουστο περίπου. Για τον λόγο αυτό οι μήνες Ιούνιος και Ιούλιος ονομάστηκαν «Θεριστής» και «Αλωνάρης» αντίστοιχα.

Σχόλια Χρηστών

Σχόλια

σχόλια

x

Δείτε Επίσης

Ω Παναγιά Γαλατζανή – Παραδοσιακό Δωδεκανήσων

Πρόκειται για τραγούδι - προσευχή στην Παναγιά, που λένε οι γυναίκες και οι μανάδες των ναυτικών, περιμένοντάς τους να γυρίσουν από το ταξίδι