Η ναξιώτικη τσαμπούνα του κυρ Νίκου

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Από τα μικράτα του, στο Δημοτικό Σχολείο, ξεκίνησε με ένα μονοτσάμπουνο, το μονό καλάμι. Μόλις έβγαλε τις τάξεις και δεν είχε χρήματα να προχωρήσει στο Γυμνάσιο, πήγε στα κτήματα, σκάψιμο, κλάδεμα, πότισμα… Αλλά η τσαμπούνα, τσαμπούνα. Τα καλάμια τα έβρισκε στα περιβόλια και όπου είχε τρεχούμενα νερά. Μετά που συνήθισε, έφτιαξε μεγάλο όργανο από δέρμα μικρής κατσίκας. Για να μάθει καλά έπαιζε μέρα-νύχτα, επειδή του άρεσε πολύ ο νησιωτικός άσκαυλος, που αναφέρεται στον Αριστοφάνη, με αδιάκοπη παρουσία από την αρχαιότητα ώς τις μέρες μας. Ο κυρ Νίκος Μουστάκης, απ’ τη Νάξο, μας μιλά για την παραδοσιακή του τέχνη.

– Κυρ Νίκο, πότε γεννηθήκατε;
«Το 1923, στο Φιλώτι της Νάξου».

– Γνωρίζετε για την τσαμπούνα;
«Ηταν όργανο των βοσκών και των ψαράδων, με δυνατό ήχο και οξύ, αδρό ηχόχρωμα. Εδωσε για αιώνες τον τόνο και τον παλμό στους χορούς και στα γλέντια, στα έθιμα και στις τελετουργίες των νησιών».

– Πώς ξεκινήσατε;
«Μια μέρα της αποκριάς, πήγαινα στο χωριό από τα κτήματα και έπαιζαν σ’ ένα σπίτι. Εκεί μου δόθηκε η ευκαιρία πρώτη φορά να βοηθήσω οργανοπαίκτες που ήξεραν. Μόλις τελείωσε το γλέντι μού έδωσαν 30 δραχμές. Ε… από τότε και μετά εγώ πήγα μπροστά και άρχισα να παίζω μόνος μου. Στα 17 μου χρόνια, σαν επαγγελματίας πλέον, με έναν ακόμα που έπαιζε τσαμπούνα. Μετά από λίγο διάστημα έγινα αστέρι στο χωριό. Ολοι έρχονταν σε μένα και έλεγαν ότι ήμουν ο καλύτερος, μέχρι που παντρεύτηκα».

– Η σύζυγος από κοντά;
«Από ‘κεί και μετά άνοιξα στο σπίτι μου και έπαιζα εγώ και η γυναίκα μου βοηθούσε σαν γκαρσόνι και οργάνωνε τους μεζέδες μέχρι το πρωί. Μάλιστα χρησιμοποιούσα το ισόγειο του σπιτιού μου που το είχαν ονομάσει «Καζανάκια του Κορδομύτη». Στο σπίτι μου γλεντούσαμε μέχρι το πρωί, ο κόσμος ήτανε ευτυχισμένος και διασκέδαζε πολύ ωραία».

– Ποιος σας έμαθε να παίζετε;
«Δεν μου έμαθε κανείς. Εμαθα μόνος μου όταν είχα τα ζώα στα χωράφια, έπαιζα και μάθαινα όλη μέρα. Το είχα μανία».

– Μόνος σας φτιάχνατε την τσαμπούνα;
«Την τσαμπούνα την έφτιαχνα μόνος μου από την αρχή και μέχρι τελευταία έχω φτιάξει για δώρα πολλές στους φίλους μου και στα παιδιά μου».

– Εχει και άλλους τσαμπουνιέρηδες στο Φιλώτι;
«Στο Φιλώτι υπήρχαν πολλοί που έπαιζαν ωραία τσαμπούνα, αλλά πολλοί μου έλεγαν ότι έπαιζα πιο ωραία τη βλάχα και τον μπάλο».

– Ποιο ήταν το πιο γνωστό πανηγύρι στο οποίο παίζατε;
«Πιο πολύ παίζαμε τις απόκριες. Τότε γίνονταν γλέντια και στα σπίτια και στα καφενεία. Το καλοκαίρι παίζαμε στις ταράτσες των σπιτιών. Βγαίναμε καντάδες, και λέγαμε κοτσάκια ερωτικά στις κοπέλες που θέλαμε να πλησιάσουμε. Νιώθαμε χαρούμενοι και η διασκέδαση κρατούσε μέχρι το πρωί».

– Τι παραγγελιές ζητούσαν;
«Τραγούδια χορευτικά, βλάχα, μπάλο, συρτό και καλαματιανό. Περισσότερο όμως μπάλο. Είναι ο καλύτερος χορός».

– Συνεχίζεται σήμερα η παράδοση στα νησιά;
«Σήμερα ευτυχώς συνεχίζεται και πάλι, γιατί τα βιολιά είχαν κυριαρχήσει και η τσαμπούνα ήταν σε δεύτερη μοίρα. Θυμάμαι, ότι κάποτε στις τσαμπούνες είχε γίνει τέτοιο γλέντι που τα βιολιά σταμάτησαν, αφού έφυγαν όλοι από κει και ήρθαν σε μας».

Έχει και νέους οργανοπαίκτες στις Κυκλάδες;
«Ακούω που μαζεύονται, παίζουν και χορεύουν κάθε χρόνο στα νησιά, στη «Μουσική Συνάντηση Λαϊκών Πνευστών». Πέρυσι ήταν στη Σαντορίνη, έχει γίνει και αλλού: Κέα, Κύθνο, Ανδρο, Μύκονο, Νάξο, Πάρο, Σύρο. Είναι ελπιδοφόρο αυτό».

Συνέντευξη από τον Γιώργο Κιούση

Σχόλια Χρηστών

Σχόλια

σχόλια

x

Δείτε Επίσης

Παναγιά χορός ή «Παναγιάτ’κους» – Παραδοσιακό Λήμνου

Οι μουσικές δραστηριότητες στη Λήμνο πριν τα τέλη του 19ου αι., ήταν στενά συνδεδεμένες με την «κεχαγιάδικη κουλτούρα» που διαμορφώθηκε πριν την έλευση των προσφύγων.