Καπετάν Αντρέας Ζέπος: Ο πρόσφυγας από το Αϊβαλί, ο γλεντζές και φιλάνθρωπος ψαράς που έγινε τραγούδι

Τοποθεσία: Αϊβαλί Περιφέρεια: Αλησμόνητες Πατρίδες Φυλή: Μικρασιάτες

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Ο ψαράς με τη μεγάλη καρδιά
Οι Ζέποι, οικογένεια εμπόρων, ήρθαν στον Πειραιά από το Νέο Φάληρο, περιοχή του Αϊβαλί το 1913. Στις αρχές του 1914 η μητέρα, η Παρασκευούλα φέρνει στον κόσμο το τέταρτο παιδί της, τον Ανδρέα, ο οποίος από μικρή ηλικία έδειξε την ικανότητά του στο ψάρεμα. Το 1938 ο Ανδρέας από μούτσος γίνεται καπετάνιος στο καΐκι του πατέρα της αρραβωνιαστικιάς του και δύο χρόνια μετά φεύγει για το αλβανικό μέτωπο. Επιστρέφοντας, παντρεύεται την Κατίνα, μετακομίζει στο Μοσχάτο, αγοράζει ένα δυνατό τρεχαντήρι και «πιάνει την καλή». Στην κατοχή βγάζει τόνους ψάρια τα οποία δεν σταματά να μοιράζει στους φτωχούς και κυρίως σε οικογένειες που έχουν μικρά παιδιά. Στον Πειραιά ο Ζέπος θεωρείται τοπικός ήρωας, ένας φιλάνθρωπος προσφυγικής καταγωγής που μοιράζει φαγητό στα συσσίτια, βαφτίζει άπορα και παντρεύει ορφανές κοπέλες. Τελειώνοντας το ψάρεμα, όμως, ο καπετάνιος, αν και τίμιος οικογενειάρχης, δεν επιστρέφει απευθείας στο σπίτι.

Καπετάν Αντρέας Ζέπος: Ο πρόσφυγας από το Αϊβαλί, ο γλεντζές και φιλάνθρωπος ψαράς που έγινε τραγούδι

Η αδυναμία στο αλκοόλ
Ο καλόκαρδος Ζέπος ήταν ένας από τους πιο γνωστούς γλεντζέδες στις ταβέρνες του Φαλήρου και πολλά από τα χρήματα που έβγαλε τα σκόρπισε στα μπουζούκια. Ειδικά μετά το θάνατο της μητέρας του, άρχισε να πίνει ασταμάτητα και κάθε βράδυ ξενυχτούσε χωρίς αύριο. Τελικά η αγάπη του για το ποτό και η ανιδιοτέλειά του σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ποτέ του δεν λογάριαζε το χρήμα για τον εαυτό του, του κόστισαν στην κυριολεξία τη ζωή του. Η αρχή του τέλους ήρθε όταν ο θρυλικός καπετάνιος μπήκε εγγυητής στο δάνειο ενός φίλου του και όταν αυτό δεν καλύφθηκε, η τράπεζα ζήτησε το χρέος από εκείνον. Μην έχοντας κομπόδεμα, ο Ζέπος αναγκάστηκε να πουλήσει το καΐκι του για να ξεπληρώσει και να δουλέψει είτε ως μανάβης είτε κουβαλώντας ψάρια άλλων καπετάνιων στις ταβέρνες του Πειραιά. Κι όσο μαράζωνε, τόσο έπνιγε τον πόνο του στο ποτό. Τελικά πέθανε άφραγκος από κίρρωση του ύπατος το 1969 σε ηλικία 55 ετών. Η λατρεμένη του ψαροπούλα, την οποία είχε κατασχέσει η Αγροτική Τράπεζα, αφού πέρασε από πολλά χέρια, κατέληξε σε συγγενή της οικογένειας Περατικού και σήμερα βρίσκεται αραγμένη σε μόλο στην Αντίπαρο, έχοντας πλέον γραμμένο στην πλώρη το όνομα του αξέχαστου καραβοκύρη του.

Η γνωριμία με τον Παπαϊώαννου

Καπετάν Αντρέας Ζέπος: Ο πρόσφυγας από το Αϊβαλί, ο γλεντζές και φιλάνθρωπος ψαράς που έγινε τραγούδι

«Καπετάν Ανδρέα Ζέπο χαίρομαι όταν σε βλέπω» έγραψε και ερμήνευσε ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο οποίος στην αυτοβιογραφία του αναφέρει πως στα χρόνια της Κατοχής δούλεψε για ένα διάστημα στο ψαράδικο του καπετάνιου και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ο Παπαϊώαννου ένιωθε ευγνωμοσύνη για τον Ζέπο. Οι δύο άνδρες γεννημένοι αμφότεροι το 1914 και Μικρασιάτες μεγάλωσαν στις ίδιες γειτονιές του Πειραιά, γνωρίζονταν από παιδιά και πιθανότατα να ήταν μακρινοί συγγενείς. Η ιστορία λέει πως ο Παπαϊωάννου έγραψε τους περίφημους στίχους του τραγουδιού καθισμένος στην πλώρη του καϊκιού του. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι δυο τους πέρασαν πολλές βραδιές παρέα, αφού ο Γιάννης Παπαϊωάννου τραγουδούσε σ’ ένα από τα μαγαζιά στα οποία σύχναζε ο Ζέπος, στον Καούδη στις Τζιτζιφιές και παρέμειναν φίλοι μέχρι τέλους. Το διαχρονικό τραγούδι του Παπαϊωάννου ηχογραφήθηκε το 1946 και η πρώτη εκτέλεση ανήκει στον Οδυσσέα Μοσχονά.

Σχόλια Χρηστών

Σχόλια

σχόλια

x

Δείτε Επίσης

Ω Παναγιά Γαλατζανή – Παραδοσιακό Δωδεκανήσων

Πρόκειται για τραγούδι - προσευχή στην Παναγιά, που λένε οι γυναίκες και οι μανάδες των ναυτικών, περιμένοντάς τους να γυρίσουν από το ταξίδι