H βρύση στην ποίηση και στο δημοτικό μας τραγούδι

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Οι Προγονοί μας πάντοτε έδιναν μεγάλη σημασία και αξία στο νερό, (νεαρόν ύδωρ > φρέσκο ύδωρ > νερό). Το είχαν Θεοποιήσει. Ο Σοφός Θαλής φιλοσόφησε με βάση το «Θείο ύδωρ». Ο Εμπεδοκλής, μάλιστα, και ένας άλλος σοφός, ο Ίππων, δογμάτιζαν ότι η Ψυχή του ανθρώπου πήρε τη γένεσή της από το νερό, ο δε ποιητής Ασκραίος διατύπωσε: «άριστον μεν ύδωρ, ο δε χρυσός αιθόμενον ύδωρ».

η πηγή

Η χρησιμότητα της πηγής και της βρύσης δεν ήταν για πόση και πλύση μόνο, αλλά και τόπος συναντήσεων τών ανθρώπων. Οι Κορίνθιοι πνευματικοί άνθρωποι στην Κρήνη της Πειρήνης φιλοσοφούσαν, στη βρύση αυτή που πήρε το όνομα της από τα δάκρυα της Πειρήνης για τον πρόωρο θάνατο του γιου της.

Την παράδοση αυτή της φιλοσοφίας και διδασκαλίας την έχει απαθανατίσει ο ποιητής Ευριπίδης με τους στίχους του «διδάσκειν σοφόν αμφί Πει­ρήνης ύδωρ». Μα οι βρύσες – κρήνες – δεν ήταν για τους σοφούς μόνο, αλλά και για τον Λαό. Το νερό είναι πηγή ζωής και προσωποποίηση της αφθονίας και του αστείρευτου πλούτου. Γι’αυτό και όλοι οι δρόμοι των χωριών είναι έτσι χαραγμένοι που να οδηγούν στη βρύση, το ίδιο στον κάμπο, το ίδιο και στο βουνό, όλα τα δρομάκια οδηγούν σε κάποια βρύση, στο θεμέλιο κάθε δραστηριότητας που παίζει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή.

Για το χωριό η βρύση, εκτός των άλλων, είναι τόπος συνάντησης ιδίως για τους νέους.

«Κι αν πάς Μαλάμω μ’ για νερό
και ΄γω στη βρύση καρτερώ…»

Κι όταν η μοίρα το φέρει και ξενιτευτεί ο νιός, άχαρος μένει ο τόπος για τις νιές:

«πάν’ τα κορίτσια για νερό,
βρίσκουν τον τόπο αδειανό».

Μόνο στην ξενιτιά δεν υπάρχουν τέτοιες βρύσες, μας το λέει ο ποιητής:

..δεν θα ιδείς εκεί περίλυπε διαβάτη
να τραγουδάει το κρυσταλλένιο μας νερό…

Αυτό το κελάρυσμα, το τραγούδι της πηγής, τραγούδησε και ο Θεόκριτος στα «Ειδύλλια» του. Για τους νέους η βρύση στάθηκε κάποιο ορόσημο για την αγάπη και τον έρωτα. Η νιότη νιώθει αλλιώς τη ζωή και στο περιβόλι της ψυχής του νέου, ριζώνει εύκολα η αγάπη, ο έρωτας.

«Πήγα στη βρύση κι έκατσα μ’ ένα λαμπρό φεγγάρι,
δεν είδα την αγάπη μου νερό να ρθεί να πάρει.
Και χθες την είδα στο χορό που χόρευε μπροστά μου
και μια φορά απ’ τις πολλές που διάβαινε μπροστά μου,
ανοίγει τα χειλάκια της και σιγανά μου λέει:
απόψε στην κρυόβρυση θα ‘ρθώ ν’ ανταμωθούμε»

Όπως χαρούμενα και τραγουδιστό τρέχει το νεράκι της βρύσης, έτσι οι νιές χαρούμενες θα πάνε στη βρύση γιατί ο νιός τις καρτερεί σιγοτραγουδώντας:

«ποιός είδε ήλιο αποβραδίς
κι αστρί το μεσημέρι,
ποιός είδε κόρη ανύπαντρη
στη βρύση να γεμίζει»
Την αναζητάει τη βρύση και η κόρη, και παρακαλεί τη Μάνα της να τη στείλει για κρύο νερό:
«στείλε με Μάνα μ’ για νερό
και θα το φέρω δροσερό
κι αν δε το φέρω δροσερό
τα μάτια μου να μη χαρώ»

Έχει τον σκοπό της η κόρη γιατί κι ο νιός εκεί παραφυλάει:

«Απόψε παραμόνευα
μ’ ένα λαμπρό φεγγάρι
για να περάσει η αγάπη μου,
νερό να πάει να πάρει».
Ξέρει κι ο νιός πού πάει η αγάπη του.
“Παν τα πουλάκια στις βοσκές
κι η αγάπη μου στη βρύση”…

και ακόμη:

Βρύση μου Πετρεκάμαρη
και με το κρύο σου το νερό,
βρύση μ, κι αν έρθει η αγάπη μου,
κι αν έρθει η καλούδα μου,
να της θολώσεις το νερό
να την αργοπορήσετε….

-Δεν ξέρω ποια είναι η αγάπη σου
Και ποια είναι η καλούδα σου!!.
-Φορεί γιορντάνι στο λαιμό,
Χρυσή κορδέλα στα μαλλιά.

Εκεί κι ο ξενιτεμένος θα την περιμένει να της ζητήσει νερό:

«Σαράντα τάσια μού ΄δωσε
στα μάτια δεν την είδα,
κι απάνω στα σαράντα δυο
γυρίζει και την βλέπω».

Κι ακόμη:

– Ένα νερό κυρά- Βαγγελιώ
ένα νερό γκρεμίζεται, από πούθε κατεβαίνει;
Βαγγελιώ μου παινεμένη !
-Απ το γκρεμό κυρά – Βαγγελιώ
απ το γκρεμό γκρεμίζεται
και σε περιβόλι μπαίνει,
Βαγγελιώ μου παινεμένη…»

….θα τραγουδήσει ο περιβολάρης.

Μιλάει το νερό στη βρύση με τη δική του γλώσσα και γλυκοχαιρετάει με το κελάρυσμα του. Το νερό της βρύσης είναι ποίηση. Ποιός ποιητής, ποιός μουσικός, με ποιές λέξεις θα σου τραγουδήσει το τραγούδι της βρύσης; Ποιός ζωγράφος και με τι χρώματα θα ζωγραφίσει τη μαγεία της αδιάκοπης τραγουδίστρας βρύσης;

Ζωοδότρα η βρύση, μάζευε ο άνθρωπος κάθε δάκρυ της γης και το ‘κανε βρύση, το διοχέτευε σε μια ξύλινη ή πέτρινη κούπα, φύτευε κάποιο δεντράκι -αν δεν υπήρχε- και με τη σκιά των δέντρων και τη δροσιά της βρύσης έκανε την ερημιά, όαση!!!. Πόσες φορές διψασμένοι δουλευτές, εργάτες, ξυλοκόποι, στρατοκόποι και διαβάτες, στη φλόγα του καλοκαιριού δεν έσβησαν τη κάψα τους με γάργαρο νεράκι μιας ξύλινης ή από φλούδα ελάτου, ταπεινής βρυσούλας που την ανακάλυψε στο δάσος από το μουρμουρητό της τραγούδι. Και εκείνη η ταπεινή θα του ΄πει:

«Διαβάτη πιέστο χορταστά
το δροσερό νερό μου,
και γείρε να ξεκουραστείς
στον ίσκιο τον δικό μου»

βρύση

Πόσο αξίζει το νερό της; Περισσότερο από χρυσάφι!. Ποιός δεν αλλάζει τον χρυσό με δυο σταγόνες νερό να σβήσει τη δίψα του στην ερημιά; Δεν είχε άδικο ο διψασμένος Μουσουλμάνος, όπως μας λέει ο μύθος, που έριξε τον κουβά του στο πηγάδι και έπιασε το χρυσάφι, τον αδειάζει και τον ξαναδειάζει και τον ξαναρίχνει ώσπου έπιασε νερό, ήπιε κι ευχαρίστησε τον Αλλάχ.

Γραφικές ήταν οι βρύσες του χωριού πριν σωληνωθεί το νερό και το χώσουμε μέσα σε άχαρους τσιμεντένιους τοίχους και σε μολυβένιους πλαστικούς και λαστιχένιους σωλήνες. Λίγες, ελάχιστες απόμειναν ακόμη απλές, καλοπελεκημένες ξύλινες και πέτρινες ομορφοπελεκημένες, σωστά μαρμαρένια καλλιτεχνήματα.

Η βρύση στο χωριό είναι κάτι το ξέχωρο, είναι χτισμένη με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και με τα καλύτερα πετρομάρμαρα, του πελεκητή καμάρι και του χωριού στολίδι. Γραφική η βρύση του χωριού, πότε μόνη της τραγουδάει με το τρεχούμενο νεράκι που αναβλύζει από τα σπλάχνα της Γης, πότε δυό – δυό οι κούπες, πότε τρείς και πέντε και πότε εφτά μαζί, μα κάθε μια με το δικό της τραγούδι και τους δικούς της μύθους και θρύλους.

Εκεί κοπέλες λυγερές, ψηλές, λιγνές, κοντούλες και γιομάτες, με λαμπαδοχυμένη μέση, γαϊτανοφρύδες και μαυρομάτες κι άλλες ξανθές με χρυσανθένιες πλεξούδες, Μούσες, Νεράϊδες και Θεές μαζί. Νεράϊδες σωστές, κατηφόριζαν στη βρύση με ελαφιού σβελτάδα. Άλλες με τη βαρέλα και το καδί στον ώμο κι άλλες με μπόγο μαλλιά και ρούχα πλεκτά και υφαντά για πλύσιμο, όπως τις είδε ο ποιητής να πλένουν, να λευκαίνουν στα κρύα νερά, στού ήλιου τις αχτίδες και τις τραγούδησε:

“Αχολογάει η ρεματιά
λαμποκοπούν οι βρύσες
και πλένουν και λευκαίνουνε
στα κρύα τα νερά,
του ήλιου τις χρυσές αχτίδες”

Η βρύση δεν είναι μόνο το « λάλον ύδωρ » μας, της Κασταλίας πηγής, αλλά ζωή για κάθε ζωντανό και ποίηση και τραγούδι και χαρά. Μια ματιά αδογμάτιστη χωρίς φόβο, προκατάληψη και πάθος τούτη την εποχή, καθώς φθίνει και «πενθεί» η Μάνα φύση, είναι αρκετή για των λόγων το αληθές.

Σχόλια Χρηστών

Σχόλια

σχόλια

x

Δείτε Επίσης

Ω Παναγιά Γαλατζανή – Παραδοσιακό Δωδεκανήσων

Πρόκειται για τραγούδι - προσευχή στην Παναγιά, που λένε οι γυναίκες και οι μανάδες των ναυτικών, περιμένοντάς τους να γυρίσουν από το ταξίδι