Ενα ταξίμι από το μέλλον

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Κατάγεται από την οικογένεια των ταμπουροειδών εγχόρδων αν και η μετεξέλιξή του στη σημερινή μορφή είναι απολύτως ελληνική. Από τη δεκαετία του ’30, το μπουζούκι υπήρξε το πρωταγωνιστικό όργανο της λαϊκής μουσικής, διήνυσε τα χρυσά του χρόνια τις δεκαετίες 1950-60, ενώ οι σημερινές πτυχές του αποκαλύφθηκαν σε μια διημερίδα στο Ιδρυμα Κακογιάννη.

Η διημερίδα για το μπουζούκι που έγινε στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ανοίγει τον δρόμο για τις προοπτικές του «εθνικού μουσικού οργάνου» μας.

Σήμερα, το μπουζούκι μοιάζει να βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Οι πολλαπλές πτυχές του διαμορφώνουν μια πρωτόγνωρη συνθήκη και οι δρόμοι που ανοίγονται, δείχνουν τις υπόγειες διαδρομές και αντιθέσεις ενός μουσικού οργάνου που κυριάρχησε από τη δεκαετία του ’30 σε δισκογραφία, κέντρα και οικιακά γλέντια και μετασχηματίστηκε μέσα στον χρόνο.

Η διημερίδα για το μπουζούκι που έλαβε χώρα την περασμένη εβδομάδα, Κυριακή και Δευτέρα, στο Ιδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη – με την πρωτοβουλία του σολίστα Θανάση Πολυκανδριώτη και παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη και του Λευτέρη Παπαδόπουλου – συνόψισε τα νέα συμπεράσματα της έρευνας και της καταγραφής για το όργανο, αποτύπωσε τους πειραματισμούς που συντελούνται σήμερα, τη δίψα του κοινού για επιστροφή στο λαϊκό τραγούδι των χρυσών χρόνων αλλά και την καταβύθιση νέων παιδιών στην περιπέτεια της δεξιοτεχνίας.

Eδώ να σημειώσουμε την παρουσία του ποιητή και δημοσιογράφου Λευτέρη Παπαδόπουλου την πρώτη ημέρα της διημερίδας και του Μίκη Θεοδωράκη τη δεύτερη. Μάλιστα ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης μετά τη συναυλία των σαράντα μπουζουκιών των Επόμενων υπό τον Θανάση Πολυκανδριώτη είπε πως «αυτό που ακούσαμε είναι η Ελλάδα και μόνο έτσι θα σταθεί όρθια. Εύχομαι να πάμε με συναυλίες μπουζουκιών σαν (πολιτιστικό) πυροβολικό στο εξωτερικό».

Ποιες είναι όμως οι υποφωτισμένες πτυχές του μπουζουκιού; Μια πλευρά είναι η διδασκαλία του. Ενώ οι Τούρκοι έχουν δύο πανεπιστήμια όπου γίνονται μαθήματα διδασκαλίας και οργανοποιίας των λαϊκών οργάνων με πενταετείς σπουδές και έχει διαρρεύσει η διάθεσή τους να καταχωρίσουν στην UNESCO το μπουζούκι ως δικό τους εθνικό όργανο, στη χώρα μας τα πράγματα ακόμη λειτουργούν αυτοσχεδιαστικά. Εδώ δεν υπάρχει κατοχύρωση σπουδών στα λαϊκά όργανα και ο… πατριωτισμός για συστηματοποιημένη διδασκαλία επαφίεται σε πρωτοβουλίες δασκάλων όπως ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, ο Κώστας Παπαδόπουλος, ο Θέμης Παπαβασιλείου και άλλοι.

«Οι Επόμενοι είναι μια ομάδα που ξεκίνησε να κάνει τη μεγάλη πορεία της το 1994. Σήμερα είναι στην καλύτερη φάση της γιατί ύστερα από χιλιάδες ώρες μελέτης – πρόβας παίζουν και τραγουδούν σαν τους παλιούς», λέει στα «ΝΕΑ» ο Θανάσης Πολυκανδριώτης για το συγκρότημα μπουζουκιών του. Παράλληλα παρατηρείται μια τάση όπου νέα παιδιά σκύβουν πάνω στην εκμάθηση του οργάνου, διδάσκουν οι ίδιοι και ανατρέχουν σε εμβληματικά παιξίματα όπως το «Ασπρο πουκάμισο φορώ» του Τσιτσάνη που έπαιξε ο Γιάννης Σταματίου ή Σπόρος, «Η φλόγα» και τα «Δευτερόλεπτα» του Χιώτη, το «Αϊδίνικο ζεϊμπέκικο» του Μανώλη Καραπιπέρη, τα παιξίματα του Δημήτρη Στεργίου ή Μπέμπη, του Χάρη Λεμονόπουλου ή του Γιώργου Ζαμπέτα.

Το αδέσποτο

«Η διημερίδα για το μπουζούκι άνοιξε τον δρόμο για την επίσημη αναγνώρισή του από την Πολιτεία, ως διακριτού ελληνικού μουσικού οργάνου με σκοπό τη χορήγηση κρατικού επαγγελματικού διπλώματος επάρκειας στους κατόχους της τέχνης του, όπως δηλαδή γίνεται τόσο με τα μουσικά όργανα της κλασικής μουσικής (π.χ. πιάνο, βιολί) όσο και με τη β υζαντινή μουσική. Η Πολιτεία με την απραξία της αφήνει το όργανο «αδέσποτο», σε αντιδιαστολή με ό,τι συμβαίνει στις αραβικές χώρες, την Ινδία, την Κίνα και φυσικά στην Τουρκία, όπου η παραδοσιακή και λαϊκή μουσική καθώς και η οργανοκατασκευή σπουδάζονται σε πανεπιστήμια», υπογραμμίζει στα «ΝΕΑ» ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, Δρ Παντείου Πανεπιστημίου και Μουσικολόγος που έχει συντάξει το κείμενο για καταχώριση του μπουζουκιού ως αποκλειστικού οργάνου της ελληνικής μουσικής στην UNESCO.

«Για να μην την πατήσουμε με το μπουζούκι (δηλαδή, την ελληνική παραλλαγή των οργάνων που στην Ανατολική Μεσόγειο ονόμαζαν από την αρχαιότητα πανδουρίδες και ταμπουράδες) εφόσον η Πολιτεία άλλη μία φορά ποιεί την νήσσαν, οι ίδιοι οι οργανοπαίκτες με την αρωγή ειδικών επιστημόνων και κατασκευαστών θα προσπαθήσουν να διαφυλάξουν και να αναγνωρίσουν αυτό το πολιτιστικό μας στοιχείο», συμπληρώνει για ένα όργανο που φαίνεται να ακολούθησε ανάποδη πορεία στην εξέλιξή του. Κι αυτό αφού το μπουζούκι έφτασε στα υψηλότερα σολιστικά αποτελέσματα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ενώ σήμερα τα νερά της εξέλιξης μοιάζουν στάσιμα. «Είναι πολύ σημαντικό να πάρει ένα πτυχίο ο νέος. Πρώτα τον αναγνωρίζει ως οργανοπαίκτη, τον καταξιώνει ως μουσικό και του δίνει την πιστοποίηση ότι έμαθε να κάνει καλά αυτό που διάλεξε για να βγάλει την ψυχούλα του, αλλά και να βιοποριστεί», τονίζει ο Θανάσης Πολυκανδριώτης.

Παρ’ όλα αυτά, το ρεπορτάζ επιβεβαιώνει πως το υπουργείο Παιδείας Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού με πρωτοβουλία της γενικής γραμματέως Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη μόλις συγκρότησε την ομάδα εργασίας για την ολοκλήρωση των εργασιών σε ό,τι αφορά τα λαϊκά παραδοσιακά όργανα ώστε να γίνουν ενδοωδειακά.

Πέραν της διδασκαλίας και της κατοχύρωσης, ακόμη μία πλευρά είναι το σολιστικό επίπεδο του μπουζουκιού. «Ο Χιώτης έδειξε τα όρια και πού μπορεί να φτάσει το όργανο», ανέφερε στη διημερίδα ο Γιώργος Κοντογιάννης, εκδότης του περιοδικού «Λαϊκό τραγούδι». Σήμερα, θα συμπληρώναμε, υπάρχουν εξίσου καλοί παίκτες αλλά όχι έτοιμοι να φέρουν νέες ποιοτικές τομές.

Το μπουζούκι του Χιώτη

 

Οι σημερινοί δεν υπολείπονται σε δεξιοτεχνία από την παλαιά φρουρά. Φαίνεται όμως πως λείπει μια πληθωρική προσωπικότητα τύπου Μανώλη Χιώτη που να συνδυάζει με την παρουσία του, τον δεξιοτέχνη, τον συνθέτη, τον μαέστρο, τον περφόρμερ. Ας μην ξεχνάμε πως ο Χιώτης από τη δεκαετία του ’50, παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη από τον Στεφανάκη Σπιτάμπελο, πρόσθεσε μία χορδή στο όργανο, έβαλε ηλεκτρισμό και ενισχυτή στο μπουζούκι το 1959, ενώ με τον κατασκευαστή Ζοζέφ Τερζιβασιάν καθιέρωσε το οκτάχορδο, αλλάζοντας και τα κουρδίσματα.

Και το αιώνιο δίλημμα, «τρίχορδο ή τετράχορδο; Εχει επίσης απαντηθεί από την ίδια τη ζωή», συμπλήρωσε ο κ. Κοντογιάννης, «αφού αυτό που μετράει είναι οι νότες». Είναι γνωστό πως οι «λιτές νότες» του Γιάννη Παπαϊωάννου είναι υποδειγματικές για τους νεότερους.

«Το μπουζούκι (είτε ως τρίχορδο είτε ως τετράχορδο) έχει φτάσει σε υψηλά μεν χαρακτηριστικά, τόσο κατασκευής όσο και παιξίματος, πλην όμως σπαταλιέται ως απλό συνοδευτικό όργανο στις μεγάλες πίστες», συμπεραίνει ο ερευνητής Δημήτρης Σταθακόπουλος.

Ακόμη μία κουβέντα αφορά τους πειραματισμούς, ενώ πολλά πειραγμένα παιξίματα γέμισαν την αίθουσα του Ιδρύματος Κακογιάννη στη διημερίδα, επιβεβαιώνοντας τη σύγχρονη τάση των δεξιοτεχνών. Ενας τέτοιος πειραματισμός ήταν, την περασμένη Δευτέρα, το παίξιμο του «Libertango» του Αστορ Πιατσόλα από τον νέο βιρτουόζο Γιώργο Γεωργόπουλο από τη Θεσσαλονίκη. Βεβαίως οι πειραματισμοί στο μπουζούκι έχουν γίνει πολλές δεκαετίες πριν από σολίστες όπως ο Χιώτης που ενσωμάτωσε σουίνγκ, λάτιν, τζαζ χρώματα στο παίξιμό του, ο Γιάννης Σταματίου ή Σπόρος που εκτέλεσε το περίφημο «Μπουζούκι και ουίσκι» μαζί με την ορχήστρα του Ελβις Πρίσλεϊ, αλλά και ο Γιάννης Τατασόπουλος που ήδη από τη δεκαετία του ’50 στην Αμερική συνέπραξε στο θρυλικό Port Said Hall της Ουάσιγκτον με τον τούρκο θρύλο Αχμέτ Γιατμάν που έπαιζε κανονάκι και τον λιβανέζο βιολιστή Φρεντ Ελίας. Σημειώστε εδώ, επίσης, την εμφάνιση του σολίστα Χάρη Λεμονόπουλου το 1966 στο Κάρνεγκι Χολ με συμφωνική ορχήστρα και μουσική δική του. Φαίνεται πως οι πειραματισμοί δεν λείπουν σήμερα, αν και πάντα ζητούμενο θα είναι παράλληλα η σύνθεση και το καθαρό παίξιμο, που περιέγραψε ο βετεράνος μπουζουξής Γιάννης Μωραΐτης την πρώτη ημέρα της διημερίδας: «Ενα βράδυ ο Τσιτσάνης μού έριξε ένα ταξίμι που γονάτισα και δεν μπορούσα να παίξω για μέρες. Εβγαλε την ψυχή του».

 

Σχόλια Χρηστών

Σχόλια

σχόλια

x

Δείτε Επίσης

Η μάνα στην ελληνική παράδοση – Οι στίχοι για την αγάπη προς το παιδί της

Αφιέρωμα στην μάνα όπως εκφράζεται μέσα από την λαϊκή μας παράδοση