Το πανηγύρι των Εισοδίων της Θεοτόκου στη Σίκινο

Τοποθεσία: Σίκινος Νομός: ΚΥΚΛΑΔΩΝ Περιφέρεια: Νότιο Αιγαίο Φυλή: Κυκλαδίτες

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Γράφει ο Γιώργος Πίττας

Η Σίκινος είναι ένα από τα πιο μικρά, απομακρυσμένα και ελάχιστα τουριστικά αναπτυγμένα νησιά των Κυκλάδων. Νησί της άγονης γραμμής, με έκταση που δεν ξεπερνά τα 41 τ. χλμ. και με διακόσιους πενήντα μόνιμους κατοίκους, καθώς βρίσκεται ανάμεσα στην Ίο και τη Φολέγανδρο, παραμένει ένας από τους τελευταίους ανεξερεύνητους προορισμούς των Κυκλάδων. Το νησί δεν το είχα επισκεφτεί, παρ’ ότι είχα περάσει βιαστικά δυο τρεις φορές από την Αλοπρόνεια, το μικρό του λιμανάκι, δεν είχα ποτέ την τύχη να το γνωρίσω σε βάθος. Το πανηγύρι των Εισοδείων της Θεοτόκου που γίνεται εκεί στις 21 του Νοέμβρη μου έδωσε την ευκαιρία επιτέλους να ικανοποιήσω αυτήν την επιθυμία μου.

Έφθασα στη Σίκινο βράδυ της παραμονής των Εισοδείων μετά από ένα πολύωρο ταξίδι και με παρέλαβε ο Νικόλας Σεγρέδος ο επονομαζόμενος «Μπαλώτος», ένας όπως αποδείχθηκε φοβερός γλεντζές και καλαμπουρτζής τύπος. Χωρίς χρονοτριβή με οδήγησε στο χώρο προετοιμασίας του πανηγυριού. Μέχρι πριν λίγα χρόνια το πανηγύρι γινόταν στο σπίτι του «πανηγυρά», αλλά τελευταία γίνεται στο μοναδικό κέντρο διασκέδασης που υπάρχει στο νησί στη μέση της απόστασης του Χώρας και του λιμανιού, γεγονός που επιτρέπει τη συμμετοχή πολύ περισσότερων κατοίκων.

Σύμφωνα με το έθιμο, κάθε χρόνο, η οικογένεια του πανηγυρά κρατά την άγια εικόνα στο σπιτικό του για μια χρονιά και την παραμονή της γιορτής της Θεοτόκου, πριν τον Εσπερινό, τη μεταφέρει στην εκκλησία. Ξεκινάει από το σπίτι του, και αφού προηγηθεί μια δέηση, ακολουθεί η πορεία προς το ναό. Στην κορυφή της λιτανείας προπορεύονται μικρά παιδιά με χειροποίητες λαμπάδες στολισμένες με άνθη, γυναίκες που κρατούν τους άρτους σε πλεκτά πανέρια, πιστοί με τα εξαπτέρυγα, τα θυμιατήρια και ακολουθεί ο πανηγυράς με την οικογένειά του, οι ιερείς, οι αρχές και οι κάτοικοι του νησιού. Την άλλη μέρα μετά τη Θεία Λειτουργία, η εικόνα μεταφέρεται στο χώρο του πανηγυριού και εκεί αφού φάνε και πιούν όλοι οι καλεσμένοι με έξοδα του απερχόμενου πανηγυρά, θα την παραλάβει ο νέος πανηγυράς που κι αυτός με το ίδιο τελετουργικό θα την μεταφέρει στο σπίτι του, όπου θα παραμείνει όλο το χρόνο, πάνω σε ένα μικρό τραπέζι του σαλονιού του, πάντα με μια άσβεστη κανδήλα πλάι της.

Το πανηγύρι των Εισοδίων της Θεοτόκου στη Σίκινο

Φθάνοντας στο κέντρο, αφού επιθεωρήσαμε την αίθουσα του γεύματος που ήταν όμορφα στρωμένη και διακοσμημένη έτοιμη να δεχθεί όλους τους κατοίκους του νησιού, ο Μπαλώτος με οδήγησε στην υπόγεια αποθήκη. Εδώ σε έναν μεγάλο χώρο γινόταν η προπαρασκευή του γεύματος. Δεκάδες γυναίκες και λιγότεροι άνδρες, ένα μελίσσι ανθρώπων, δούλευαν, ακατάπαυστα με χαρές και με πειράγματα. Έπρεπε να καθαριστούν και να προετοιμασθούν για μαγείρεμα, ογδόντα κιλά ψάρια (κοκκινόψαρα, μουγκριά) για τη σούπα, να καθαριστούν τριάντα κιλά γόπες, καλαμάρια και γαρίδες για το τηγάνι, σαράντα κιλά κρεμμύδια και πατάτες και διάφορες σαλάτες. Τα έξοδα ήσαν μεν του πανηγυρά, αλλά την προετοιμασία την εκάμαν με εθελοντική εργασία οι περισσότερες νοικοκυρές του νησιού.

Ο Μένιος, ένας χαρωπός μεσήλικας όλη αυτή την ώρα ετοίμαζε σ’ ένα από τα έξι καζάνια την κόκκινη σάλτσα για την μακαρονάδα του συσσιτίου των εργαζόμενων. Κατά τις ένδεκα το βράδυ η δουλεία νέταρε και τα τραπέζια της προετοιμασίας μετατράπηκαν εν ριπή οφθαλμού σε μια τραπεζαρία όπου ανάμεσα σε καλαμπούρια και πειράγματα, στα οποία πρωτοστατούσε πάντα ο Μπαλώτος, γευτήκαμε την ασυναγώνιστη μακαρονάδα συνοδευόμενη από το ντόπιο σικινιώτικο ροζέ κρασί, ένα πάντρεμα Μονεμβασιάς με Μανδηλάρι.

Το πρωί στην εκκλησιά στο Χωριό (το «Χωριό» και το «Κάστρο» είναι οι δυό μικροί οικισμοί που απέχουν ελάχιστα μεταξύ τους και που αποτελούν την Χώρα της Σικίνου) ήταν συγκεντρωμένο, ντυμένο στα καλά του, όλο το χωριό. Μετά το εκκλησίασμα και μέχρι το μεσημεριανό γεύμα είχα τον χρόνο να κάνω κάποιες βόλτες, να γνωρίσω τη Χώρα, να μιλήσω με τους ντόπιους και να σχηματίσω μια πρώτη εικόνα για το νησί. Η θέα από τη Χώρα είναι μαγευτική. Σκαρφαλωμένη στην κορφή μιας πλαγιάς, που προς τον Βορρά και το πέλαγος γίνεται απότομα γκρεμνά, η Χώρα της Σίκινου έχει στα Νοτιοδυτικά της, τους λόφους που η ανάγκη έκαμε από το ανθρώπινο χέρι σκαλοπάτια γης.

Το πανηγύρι των Εισοδίων της Θεοτόκου στη Σίκινο

Τα σκαλοπάτια, οι ονομαζόμενες «πεζούλες», λωρίδες καλλιεργημένης γης διαμορφώθηκαν από το κτίσιμο πέτρινων τοιχείων προκειμένου να μετατραπεί το επικλινές έδαφος των λόφων σε μικρές στενόμακρες ζώνες καλλιεργειών. Στην Φολέγανδρο και στην Σίκινο οι πεζούλες βρίσκουν την αποθέωσή τους. Απέναντι από την Χώρα μέτρησα πάνω από εκατό πεζούλες, η μία πάνω από την άλλη, να ξεκινούν από την θάλασσα και να φθάνουν ώς την κορυφή του βουνού. Και τι δεν καλλιεργούνταν παλιά σ’ αυτές. Στάρια για το ψωμί, κριθάρια που στέλνοταν σε μεγάλες ποσότητες στο Πειραιά για τις ανάγκες της ζυθοποιείας του Φιξ, αμπέλια (στην αρχαιότητα η Σίκινος λεγόταν Οινόη από τα πολλά αμπέλια και το κρασί που παρήγαγε), ελιές, κηπουρικά.

«Τα παλιά τα χρόνια, οι παππούδες μας και οι πατεράδες μας είχαν τα πάντα, όχι όπως τώρα» μου λέγει με παράπονο ένας Σικινιώτης και συνεχίζει. «Ότι ήθελες το έβρισκες. Στάρια, κριθάρια, ζωοτροφές, λαχανικά, ρεβίθια, φακές αμπελοφάσουλα, πατάτες, κηπουρικά. Παλιά το νησί παρήγαγε πενήντα τόνους λάδι ενώ τώρα μετά βίας μόνο δεκαπέντε».

Οι πεζούλες εδώ και χρόνια έχουν ερημώσει και μένουν παραπονεμένες από την αγνωμοσύνη των σύγχρονων ανθρώπων, αλλά ακόμα και τώρα με την αφρόντιστη παρουσία τους, σημαδεύουν το κυκλαδίτικο τοπίο και θυμίζουν τον ανθρώπινο μόχθο που κατατέθηκε πάνω στη γη στο διάβα των αιώνων. Συνεχίζοντας την βόλτα μου ανάμεσα στα κάτασπρα σπιτάκια, τα καταπράσινα παρτεράκια και τα πλακόστρωτα φιδωτά δρομάκια, συνάντησα το σχολειό. Στεγάζεται σε ένα τυπικό νεοκλασικό αρχοντικό κτίριο των αρχών του 20ού αιώνα, φτιαγμένο από τον ευεργέτη Συγγρό (τον ίδιο τύπο κτίσματος συναντάς στα περισσότερα Κυκλαδονήσια).

Σήμερα στο σχολειό φοιτούν τρία παιδάκια στο Νηπιαγωγείο, ένας μαθητής στο Δημοτικό και επτά στο Γυμνάσιο-Λύκειο. Οι είκοσι δάσκαλοι και καθηγητές, ( περισσότεροι από τους μαθητές! ) νέοι απαξάπαντες, έχουν αρμονικότατες σχέσεις με τους μαθητές τους αλλά και με τους φιλόξενους ντόπιους, που τους έχουν αγκαλιάσει με θέρμη. Έτσι, μες την λεγόμενη απομόνωση ενός μικρού νησιού της άγονης γραμμής, θα ανακαλύψουν άλλες παραγνωρισμένες αξίες ζωής. Οι νέοι εκπαιδευτικοί με τους μαθητές τους ήταν από τους πρώτους που συγκεντρώθηκαν στον τόπο του πανηγυριού.

Το πανηγύρι των Εισοδίων της Θεοτόκου στη Σίκινο

Λίγο αργότερα άρχισαν να καταφθάνει ο κόσμος , καθώς όλοι περίμεναν την άφιξη της εικόνας. Κατά τη μία η ώρα το μεσημέρι, φάνηκε και η λιτανεία. Την εικόνα την βαστούσε ο Ιωάννης Ρόδος και θα την παρέδιδε μετά το γεύμα στον Σπύρο Αρσενικό. Πίσω από τον πανηγυρά ακολουθούσαν οι δυο παπάδες του νησιού. Ο παπα – Σπύρος και παπα – Θόδωρος. Εξαιρετικοί κληρικοί και δυο και πολύ αγαπητοί στους κατοίκους του χωριού. Το κήρυγμα του παπα – Φώτη στην κυριακάτικη λειτουργία ήταν μεστό, λιτό, πειστικό και ανθρώπινο.

Τόσο πολύ που ένιωσα την ανάγκη να προσκυνήσω, αλλά κουτούλησα σε ένα χαμηλά κρεμάμενο καντήλι που με περιέλουσε με το καυτό λάδι του, τον αμαρτωλό. Δεν πειράζει, ίσως να ήταν μια ευκαιρία να ξανασκεφτώ τις αμαρτίες μου. Ο παπα – Θόδωρος από την άλλη, το βιολί του νησιού διασκεδάζει τους ντόπιους όταν βρίσκονται σε μικρές παρέες, ενώ παράλληλα ο ίδιος είναι ο μεγαλύτερος μελισσοκόμος του νησιού με διακόσια μελίσσια.

Αφού τοποθετήθηκε η εικόνα σε εμφανές σημείο, δόθηκε το σύνθημα να καθίσει ο κόσμος στους πάγκους και τα τραπέζια και να αρχίσει το σερβίρισμα. Όταν τελείωσε η διανομή της σούπας, οι δυο παπάδες ευλόγησαν τους πιστούς κάνοντας την προσευχή. «Είπαμε την μικρή προσευχή γιατί είδαμε τον κόσμο πεινασμένο», μου εκμυστηρεύτηκε χαμογελώντας ο παπα – Σπύρος. Η σούπα του ψαριού ήταν ανεπανάληπτη και ο κόσμος έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι και στο κουβεντολόγι. Ως δια μαγείας όλοι οι προσκαλεσμένοι, δηλαδή όλο το νησί, άλλοι πιο άνετα και άλλοι λιγότερο, είχαν βολευτεί και ήσαν ευχαριστημένοι γιατί το πανηγύρι αυτό είναι από τις ελάχιστες ευκαιρίες μεσ’ στο χρόνο που συγκέντρωνε όλους τους κατοίκους μαζί.

Είχα την τύχη να καθίσω, (το επεδίωξα βασικά) πλάι στον Μπαλώτο και τον Γιάννη Δουλουφή, κτηνοτρόφο και τυροκόμο που παλιά είχε το μεγαλύτερο κοπάδι με αιγοπρόβατα στο νησί. Κάναμε όμορφη παρέα οι τρεις και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια από τις ιστορίες του Μπαλώτου, που όπως προείπαμε είναι ένας απίστευτος τύπος. Το σερβίρισμα ήταν ανηλεές, τα φαγητά έρχονταν το ένα μετά το άλλο, κάποιες παρέες το ‘χαν ρίξει στο τραγούδι, (τραγούδια της τάβλας), ενώ οι παπάδες και οι παπαδιές στους δοξαστικούς ύμνους.

Το πανηγύρι αυτό, ένα από πιο σημαντικά της Σικίνου (τ’ άλλα είναι της Ζωοδόχου Πηγής που γιορτάζεται στο ομώνυμο εντυπωσιακό μοναστήρι, του Αγίου Παντελεήμονα, τον Δεκαπενταύγουστο, του Σταυρού και της Παντανάσσης) από παλιά δεν είναι συνδεδεμένο με όργανα και με χορούς. Γι’ αυτό όμως είχε φροντίσει ο καταστηματάρχης που το βράδυ, μετά την αποχώρηση της εικόνας, στα χέρια του επόμενου πανηγυρά, συνέχισε το πανηγύρι με όσους πιστούς παρέμειναν για να παρατείνουν τη διασκέδαση με μουσική και με χορό. Μια ζυγιά (βιολί και λαγούτο) από την Φολέγανδρο, αλλά και κάποια τραγούδια λαϊκά από τα στερεοφωνικά δημιούργησαν μεγάλο κέφι μέχρι τα ξημερώματα.

Ανάμεσα στους χορούς ξεχώρισα μια ξέφρενη πόλκα που χόρεψαν κάποιοι μεσήλικες σε ρυθμό μπάλου και μου’ ρθε στο μυαλό αυτό που μου είχαν πει πριν καιρό κάποιοι πρεσβύτεροι και που το διαπίστωνα στην πράξη σε αρκετές γιορτές. «Παλιά τα πανηγύρια ξεκινούσαν με τους ξένους χορούς την πόλκα, την μαζούρκα, το ταγκό, το φοξ τρότ, το τσάρλεστον, χορούς που μετέφεραν οι μετανάστες και οι ναυτικοί στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, και κατόπιν πιάναν τους ντόπιους χορούς, τους μπάλους και τους συρτούς». Από το νησί της Σικίνου έφυγα καταμαγεμένος από την αμεσότητα και τη ζεστασιά των κατοίκων του, υποσχόμενος στον εαυτό μου με την πρώτη ευκαιρία να το ξαναεπισκεφθώ.

Σχόλια Χρηστών

Σχόλια

σχόλια

x

Δείτε Επίσης

Τα πανηγύρια της Παναγιάς στην Κάλυμνο

Περισσότερες από μια εκκλησίες αφιερωμένες στην Παναγιά γιορτάζουν στην Κάλυμνο τον Δεκαπενταύγουστο και συνοδεύονται από όμορφα πανηγύρια