Πασχαλινά έθιμα στα Λεπτόποδα Χίου

Τοποθεσία: Λεπτόποδα Χίου Νομός: ΧΙΟΥ Περιφέρεια: Βόρειο Αιγαίο

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Ένα από τα στοιχεία που αξίζει να σημειωθούν είναι το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα των Λεπτοποδουσών , όπως άλλωστε και όλων των κατοίκων κάθε χωριού της Ελλάδας τα παλαιότερα χρόνια. Εκτός από την αυστηρή και ασκητική νηστεία σ’όλη τη διάρκεια της Μ. Σαρακοστής, έπρεπε να παρακολουθούν κάθε βράδυ τον Εσπερινό και, παρά την κούρασή τους, να κάνουν αρκετές μετάνοιες (γονυκλισίες). Όλοι ανεξαιρέτως, μικροί και μεγάλοι, νέοι και γέροι, άνδρες και γυναίκες έκαναν μετάνοιες. Στα παιδιά που διαμαρτύρονταν για τη μεγάλη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής, έλεγαν ότι “Η Λαμπρή αργεί να” ρτει, γιατί έρκεται μ” έναν κουτσό γαουράκι”.
Πρωτοκύριακο
Την πρώτη Κυριακή των νηστειών, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, οι χωριανοί έκαναν κοινό μνημόσυνο για τος ψυχές των προσφιλών συγγενών τους. Κάθε σπιτικό έκανε κόλλυβα και μια πίτα μεγάλη από αλεύρι ντόπιο ψιλοκοσκινισμένο (ξεπλασισμένο). Μετά τη Λειτουργία, στην οποία προσέρχονταν και οι κάτοικοι των γύρω χωριών, μοίραζαν κόλλυβα και φελιά (μεγάλα κομμάτια από πίτες).

Οι χωριανοί έφευγαν από την εκκλησία και πήγαιναν στα σπίτια μαζί με τους συγγενείς και φίλους από τα γύρω χωριά. Ακολουθούσε γεύμα με ρεβυθοπίλαφο και μελιτζάνες σκορδαλιά, τις οποίες μάζευαν από το καλοκαίρι, τις ξέραιναν και τις φύλαγαν για το Πρωτοκύριακο, όπως αποκαλούν οι χωριανοί την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Στο τραπέζι έπιναν ντόπιο κρασί και σούμα και πολλές φορές ακολουθούσε μεγάλο γλέντι μέχρι το βράδυ. Το ωραίο αυτό έθιμο, αναβιώνει κάθε χρόνο στην Λούτσα Αττικής από τον Εξωραϊστικό και Εκπολιτιστικό Σύλλογο Απανταχού Λεπτοποδουσιών Χίου “Τα Αγιάσματα”.

Σάββατο του Λαζάρου
Τέτοια μέρα, κάθε χρόνο, οι νοικοκυρές έφτιαχναν μικρά ψωμιά σε σχήμα κουλούρας (κούτσες) που τα ονόμαζαν λαζάρους, Τα μικρά παιδιά τραγουδούσαν :

«Ήρτεν ο Λάζαρος ήρταν τα Βάγια
Ήρτεν η Κυριακή που τρων τα ψάρια»

Κυριακή των Βαΐων
Ανήμερα των Βαΐων έπαιρναν τα βάγια κι τα πήγαιναν στα χωράφια να τα αγιάσουν. Τα παιδιά τραγουδούσαν :

«Βάγια βάγια των βαγιώ τρώμε ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή τρώμε κόκκινο αυγό.»

Μεγάλη Εβδομάδα
Η Εβδομάδα αυτή περνούσε με προσευχή και αυστηρή νηστεία. Δεν έτρωγαν λάδι μέχρι και το Μ. Σάββατο. Τη Μ. Παρασκευή δεν έπιναν ούτε νερό και μετά το στόλισμα του Επιταφίου και την Αποκαθήλωση,που γινόταν το απόγευμα, έπαιρναν αντίδωρο και μετά έτρωγαν.

Η περιφορά του Επιταφίου τη Μ. Παρασκευή, μέσα σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη από τα μύρα της άνοιξης, ήταν μια μοναδική εμπειρία. Όταν γύριζαν το ναό ο ιερέας κρατούσε το Επιτάφιο πάνω στο κεφάλι του και στεκόταν μπροστά στην είσοδο του Ναού. Οι χωριανοί μπαίνοντας μέσα στην εκκλησία περνούσαν από κάτω, ενώ οι ψάλτες έψαλλαν το “Δος μοι τούτον τον ξένον”.

Τα πολύ παλιά χρόνια οι γυναίκες τραγουδούσαν το μοιρολόι της Παναγίας:

«Τώρα ν’αγιά Σαρακοστή τώρα’ναι άγιες μέρες
Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τα μέρη,
εκάθετον η Παναγιά μόνη και μοναχή της.
Την προσευχή της έκαμνε για το μονογενή της.

Ακού βροντές, βλέπ’αστραπές και ταραχές μεγάλες.
Βγαίνει στην πόρταν της να δει τι το κακόν το μέγα.
Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’άστρα βουρκωμένα.
Το φεγγαράκι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμέν.

Τηρά ζερβά, τηρά δεξιά βλέπει τον Άγιο Γιάννη,
τον Άγιο Γιάννη που’ρκετον κλιαμένος, σκοτωμένος.
Κλιαμένος και κακόκαρδος και παραπονεμένος.

– Τι έχεις Γιάννη μου και κλαις και βαριαναστενάζεις;
Που” ναι το δασκαλάκι σου και ήρτες μοναχός σου;

– Δεν έχω στόμα να το πω χείλη να το μιλήσω.
Ουτ’η καρδιά μου το βαστά να σου το μολογήσω.
Το Δάσκαλό μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι.
Οι άνομοι και τα σκυλιά οι τρισκαταραμένοι.

Η Παναγιά σαν τ’άκουσε ευρέθη λιγωμένη.
Σταμνί νερό της χύσανε τρία κλωνιά του μόσχου,
τέσσερ” από ροδόσταμο ώστε να συνεφέρει.
Όταν συνέφερεν καλά αυτόν τον λόγο λέει.

– Ας έρθει η Μάρθα κι η Μαριά και του Λαζάρου η μάνα
του Ιωσήφ η αδερφή να πάμε όλοι αντάμα.
Να πα να δω το γιούκα μου πριχού τονε σταυρώσουν,
πριχού του βάλουν τα καρδιά και μου τον θανατώσουν.

Επήραν δρόμο το στρατί, δρόμο το μονοπάτι.
Οι δρόμοι δάκρυα γέμιζαν κι οι άκριες μοιρολόγια.
Αφ” τα πολλά τα δάκρυα οι δρόμοι ελασπώνα.
Το μονοπάτι τους” βγαλε στ” ατσίγγανου την πόρτα.
Βλέπουν χαλκιά και χάλκεβγε οβριούς και παραστέκα.
Η Παναγιά τους αρωτά, η Δέσποινα τους λέει.

– Ώρα καλή, ατσίγγανε και τ’ειν΄η μαστοριά σου;
– Οβριοί μου παραγγείλανε καρφάκια να τους κάμω.
Εκείνοι μου” παν τέσσερα μα” γω τους κάμνω πέντε.
Τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια
και τ” άλλο το φαρμακερό βαθιά μεσ” τα τζιέρια.

Καθώς τ’ακού η Παναγιά ευρέθη λιγωμένη.
Σταμνί νερό της χύσανε τρία κλωνιά του μόσχου,
τέσσερ’από ροδόσταμο ώσπου να συνεφέρει.
Και σαν συνέφερεν καλά αυτόν τον λόγο λέει.

– Ατσίγγανε, ως μ’έκαψες καταραμένος να” σαι.
Ποτέ παράδες και ψωμί ποτέ σου μη χορτάσεις.
Ξύλα να βάλεις στη φωτιά, στάχτη να μην ποτάξεις.

Πήραν το δρόμο το στρατί στρατίν το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τους βγαλε εις του ληστή την πόρτα.
Βλέπουν την πόρτα σφαλιστή με τα σχοινιά δεμένη
και τα παράθυρα κι” αυτά καλά μανταλωμένα.

– Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου,
να μπω να δω τον γιόκα μου πριχού τονε σταυρώσουν,
πριχού του βάλουν τα καρφιά και μου τον θανατώσουν.

Οι πόρτες αφ” τον φόβο τους μονάχες των ανοίξαν
και τα παραθυρόφυλλα όλα ξεριζωθήκαν.
Βλέπουνε κόσμο αμέτρητο που μετρημό δεν έχει.
Κανένα δεν εγνώρισε μόνο τον Άγιο Γιάννη.

– Για πε μου , Γιάννη μου, να ζεις που’ναι ο δάσκαλός σου;
Που’ναι το δασκαλάκι σου και στέκεις μοναχός σου;
Και κείνος της απάντησε :
– Βλέπεις εκείνο τον γυμνό και τον ανεμαλιάρη,
που έχει στο κεφάλι του αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είν’ο γιόκας σου κι εμόν ο δάσκαλός μου.

Ως τ’άκουσεν η Παναγιά ευρέθη λιγωμένη.
Σταμνί νερό της χύσανε τρία κλωνιά του μόσχου,
τέσσερ” από ροδόσταμο ώσπου να συνεφέρει.
Και όταν την συνεφέρανε αυτόν τον λόγο λέει.

– Γύρε Σταυρέ μου εμπροστά, γύρε Σταυρέ μου πίσω,
να πιάσω την αγια – ποδιά το αίμα να σφουγγίσω
να πιάσω και τον γιόκα μου να τον γλυκοφιλήσω.

Και ο Χριστός της απαντά απάνω από το ξύλο:
– Άμε μάνα μου στο καλό και διάφορο δεν έχεις.
Πάρε τον Άγιον Γιάννη γιο και με μη μ’ απαντέχεις.
– Ποια άλλη μάνα το’καμε στον κόσμο σαν και μένα
ν” αφήσει γιο μονογενή να πάρει ξένη γέννα;
Που” ναι μαχαίρι να σφαγώ, κρεμός να πα κρεμίσω,
πηγάδι να πηγαδιαστώ να κακοθανατίσω;

– Σφάζεσαι μάνα σφάζεσαι, σφαζετ’ο κόσμος όλος.
Σφάζονται μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
Σφάζονται κι οι καλόπαντρες για τους καλούς των άντρες.
Κάνε μάνα μ” υπομονή να το βρει ο κόσμος όλος.

Άμε μανούλα στο καλό και διάφορο δεν έχεις.
Και το Μεγάλο Σάββατο νύχτα μη μ’απαντέχεις.
Όταν χτυπούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες,
τότε και συ μανούλα μου θα΄χεις χαρές μεγάλες.»

Για τις ημέρες της Μ. Εβδομάδας λέγανε και το παρακάτω:
«Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη, μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη, ο Χριστός εδικάστη
Μεγάλη Πέμπτη, ο Χριστός μας επαιδεύτη
Μεγάλη Παρασκευή, κλιάματα και δαρμοί
Μεγάλο Σάββατο, ο Χριστός στο θάνατο
Μεγάλη Κυριακή, μπαμ εδώ και μπαμ εκεί
κι οι Οβριοί στη φυλακή»

Τη Μ. Εβδομάδα οι νοικοκυρές έβαφαν τα αυγά και ζύμωναν τις κοφινιές, μεγάλες κουλούρες που τους έβαζαν επάνω ένα κόκκινο αυγό, καθώς και τις κούτσες (μεγάλα κουλούρια σε σχήμα κούκλας). Επίσης, έφτιαχναν κουλουράκια, μπακλαβάδες και άλλα γλυκά. Το Μ. Σάββατο το πρωί στη λειτουργία, την ώρα που ο ιερές έψελνε “Ανάστα ο Θεός” οι χωριανοί χτυπούσαν τα στασίδια. Τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου χτυπούσε η καμπάνα χαρμόσυνα και όλοι, μικροί μεγάλοι φορούσαν τα γιορτινά τους. Σ” ένα καλαθάκι ή μαντήλι η νοικοκυρά έβαζε αυγά, τυρί και κουλουράκια για να τα ευλογήσει ο παπάς.

Με το λαδοφάναρο στο χέρι ξεκινούσαν όλοι για την εκκλησία. Το θαμπό, τρεμάμενο φως των καντηλιών δημιουργούσε μια κατανυκτική ατμόσφαιρα και όλοι παρακολουθούσαν με μεγάλη ευλάβεια τη λειτουργία. Όταν πλησίαζαν μεσάνυχτα, ο ιερέας έβγαινε στην Ωραία Πύλη και ρωτούσε αν όλοι οι χωριανοί ήταν στην εκκλησία, για ν” αρχίσει την Ακολουθία της Αναστάσεως.

Μετά το “Δεύτε λάβετε φως” ο ιερέας έβγαινε στην Ωραία Πύλη κρατώντας της Ανάσταση. Μετά έβγαιναν στην αυλή του ναού, όπου γινόταν η Ανάσταση κάτω από τις ασταμάτητες κωδωνοκρουσίες και τους θορύβους των πυροτεχνημάτων. Η είσοδος μέσα στο ναό γινόταν σύμφωνα με το τυπικό και την παράδοση του Πατριαρχείου. Έμπαιναν δύο-τρεις χωριανοί μέσα στοι ναό και έκλειναν την πόρτα.

Ο ιερέας, κρατώντας στο ένα χέρι το Άγιο Φως και στο άλλο το Ευαγγέλιο, πλησίαζε την πόρτα του Ναού και έλεγε :
– “Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης”.

Και πίσω από την πόρτα του Ναού ακουγόταν η ερώτηση :
– “Τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;”

Και ο ιερέας απαντούσε:
– “Κύριος κραταιός και δυνατός, Κύριος δυνατός εν πολέμω. Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης.”

Η ερωταπόκριση αυτή γινόταν τρεις φορές. Την τρίτη φορά ο ιερέας απαντούσε :
– “Κύριος των δυνάμεων αυτός εστίν ο Βασιλεύς της δόξης”.

Έσπρωχνε δυνατά με το πόδι την πόρτα, η οποία άνοιγε με πάταγο και έμπαινε θριαμβευτικά στο Ναό. Οι χωριανοί, που ήταν μέσα, χτυπούσαν τα στασίδια αναπαριστώντας τον πανικό σκοτεινών δυνάμεων του Άδη που κατανικήθηκαν από τον Αναστάντα Κύριο. Αντίθετα με τις συνήθειες των ανθρώπων των μεγαλουπόλεων, οι χωριανοί παρακολουθούσαν όλοι με μεγάλη ευλάβεια τη Θεία Λειτουργία μέχρι το τέλος.

Λίγο πριν τελειώσει, άφηναν οι νοικοκυρές τα καλαθάκια τους δεξιά της Ωραίας Πύλης κάτω από την εικόνα του Χριστού και ο ιερέας τα ευλογούσε διαβάζοντας την κατάλληλη ευχή. Όλοι οι χωριανοί, ανεξαρτήτου ηλικίας, κοινωνούσαν. Στο στάδιο της προετοιμασίας, εκτός από την εξαντλητική τεσσαρακονθήμερη νηστεία και τις ατελείωτες γονυκλισίες, περιλαμβανόταν και η συμφιλίωση μεταξύ των χωριανών, που είχαν τσακωθεί για διάφορα θέματα.

Ανταλλάσσοντας την καθιερωμένη ευχή “Χριστός Ανέστη” – “Αληθώς Ανέστη” οι χωριανοί κατευθύνονταν στα σπίτια τους για να συμπληρώσουν τον ύπνο τους. Τα ξημερώματα τα παιδιά ήταν στο πόδι για την καθιερωμένη κωδωνοκρουσία. Το πασχαλινό τραπέζι ήταν ανάλογο με την ενδημική ανέχεια των βορειοχώρων. Ένας πετεινός ή κότα, ένα κομμάτι κατσικίσιο κρέας ή στην καλύτερη περίπτωση ένα κατσικάκι ή αρνάκι. Υπήρχαν επίσης, άφθονο γάλα, τυρί και αυγά. Πρώτα έτρωγαν το αυγό για να “ξεβουλώσουν”, όπως έλεγαν τη νηστεία, την οποία “είχαν βουλώσει” με ένα αυγό την τελευταία αποκριά, την Τυρινή.

Το μεσημέρι, μετά το φαγητό, άρχιζε η προετοιμασία για το κάψιμο του Εβραίου. Έπαιρναν παλιά ρούχα, α οποία παραγέμιζαν με πευκατσίγγανα (φύλλα πεύκων). Έβαζαν για κεφάλι μια τσαρκατού (νεροκολοκύθα), επάνω στην οποία ζωγράφιζαν μάτια και στόμα και ο Εβραίος ήταν έτοιμος. Ένα παλιό καπέλο συμπλήρωνε την αμφίεση. Στο εσωτερικό του έβαζαν μικρή ποσότητα εκρηκτικής ύλης. Το απόγευμα γινόταν η Ακολουθία της Αγάπης, η “Δεύτερη Ανάσταση” κάτω από τις συνεχείς “εκρήξεις” των βαρελότων. Όταν τελείωνε η Ακολουθία, έβγαιναν όλοι στον αυλόγυρο και παρακολουθούσαν το κάψιμο του Εβραίου.

Δευτέρα του Πάσχα
Τη Δευτέρα της Διακαινησίμου , συνήθως, ήταν η γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Η Λειτουργία γινόταν στο γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στο Χειμωνιό και πήγαιναν όλοι οι χωριανοί. Όταν τελείωνε η Λειτουργία γινόταν κέρασμα με ντόπια ρακή (σούμα), σύκα ξερά και φρέσκα κουκιά. Μετά το κέρασμα, οι πανηγυριώτες πήγαιναν στο Ρουσοπόταμο και κάθιζαν κάτω από τη σκιά των αιωνόβιων πλατανιών. Αφού έτρωγαν κάτι πρόχειρο, επέστρεφαν στο χωριό.
Τρίτη του Πάσχα (Νιότριτο)
Το πραγματικό πανηγύρι γινόταν την Τρίτη της Διακαινησίμου (το Νιότριτο). Πολύ πρωί, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, χτυπούσε η καμπάνα και οι χωριανοί μαζεύονταν στην εκκλησία. Έβγαζαν τις εικόνες από το Ναό και σχημάτιζαν πομπή παίρνοντας το δρόμο για τα Αγιάσματα. Μπροστά πήγαινε η σημαία, ακολουθούσαν τα λάβαρα, τα εξαπτέρυγα, οι εικόνες και τέλος ο ιερέας με τους ψάλτες και τους πανηγυριώτες. Ακολουθούσαν το δρόμο που οδηγεί στους Λάκκους και από εκεί κατηφόριζαν, μέσω “Βίγλας” και έφθαναν στα Αγιάσματα.

Περνώντας από τα χωράφια, έκαναν δεήσεις για να καρποφορήσει η γη. Πριν φθάσει η πομπή στα Αγιάσματα, περνούσε από το κάποτε γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Ισιδώρου, όπου γινόταν δέηση. Οι μικροί είναι προηγηθεί της πομπής και χτυπούσαν την καμπάνα, που κρεμόταν από μια αιωνόβια λυγαριά.

Μετά από εκεί, κατευθύνονταν για τον Άγιο Νικόλαο, όπου γινόταν η Θεία Λειτουργία. Στον παρακείμενο ναό της Αγίας Ζώνης έκαναν Λειτουργία οι Κεραμούσοι, που πήγαιναν και εκείνοι με τα εικονίσματα. Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας και αφού έτρωγαν κάτι πρόχειρο, ετοιμάζονταν για την επιστροφή. Όσοι είχαν σπίτια στα Αγιάσματα ζητούσαν από τον ιερέα να γίνει δέηση μπροστά σ” αυτά και προσέφεραν κάτι στην εκκλησία.

Μετά τον αγιασμό των σπιτιών Λεπτοποδούσοι και Κεραμούσοι, σε κοινή πομπή, έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής. Και στο γυρισμό δεν έλειπαν οι δεήσεις για την καρποφορία των αγρών. Όταν έφθαναν στη θέση Ορά, όπου ενώνεται το λαγκάδι της Γαλατούς με τον ποταμό Αρβανό, γινόταν κοινή δέηση και χώριζαν οι δύο πομπές. Οι μεν Κεραμούσοι προχωρούσαν παράλληλα με τον ποταμό, οι δε Λεπτοποδούσοι ανηφόριζαν στο Σκάλωπα.

Οι χωριανοί, μόλις αντίκριζαν από το χωριό την πομπή, άρχιζαν να χτυπούν ασταμάτητα την καμπάνα. Και η πομπή ανέβαινε αργά το φιδωτό μονοπάτι ανάμεσα στους ανθισμένους σπάρτους και στα καταπράσινα χωράφια. Όταν έφθαναν στο χωριό, έμπαιναν στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Μετά από περιφορά των εικόνων γύρω από την εκκλησία και μια τελευταία δέηση, άφηναν τις εικόνες στη θέση τους και πήγαιναν να ετοιμαστούν για το τραπέζι.

Από καιρό είχαν εξασφαλισθεί τα σφάγια και οι νοικοκυρές είχαν ζυμώσει λαμπροκουλούρες (κοφινίες). Από το πρωί της Νιας Τρίτης ο αρχιμάγειρας βοηθούμενος από τους επιτρόπους κομμάτιαζε το κρέας και έστηνε τα καζάνια στο μαγειρείο της εκκλησίας. Με την επιστροφή των χωριανών από τα Αγιάσματα, το φαγητό ήταν έτοιμο. Όταν χτυπούσε η καμπάνα, όλοι πήγαιναν στο κελί της εκκλησίας που είχε στρωθεί το τραπέζι.

Τα φαγητά, πιλάφι με κρέας και πατάτες γιαχνί με κρέας, συνοδεύονταν από παλιό εύγευστο και μυρωδάτο κρασί που το έβγαζε η εκκλησία από δικά της αμπέλια. Μετά το τέλος του τραπεζιού, στο οποίο παρευρίσκονταν και αρκετοί ξένοι, περιφερόταν δίσκος υπέρ της εκκλησίας. Πολλές φορές ακολουθούσε γλέντι μέχρι πρωίας.

Σχόλια Χρηστών

Σχόλια

σχόλια

x

Δείτε Επίσης

Το «Μικρό Πάσχα» στην Ίμβρο

Μικρό Πάσχα λέγεται το έθιμο που αναβιώνει το Δεκαπενταύγουστο στην Ίμβρο