«Παραλογαί/ες», μουσικοχορευτική παράσταση από τις «ΒΑΚΧΑΙ» – Συνέντευξη με τον Αποστόλη Τάκη

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Ένα απόγευμα καθημερινής βρεθήκαμε στην Καλλιθέα και συγκεκριμένα στον χώρο της Εταιρείας Ορχηστικής Τέχνης «ΒΑΚΧΑΙ» με σκοπό να μιλήσουμε μαζί του για την Μουσικοχορευτική Παράσταση «Παραλογαί/ες» που ανεβάζει το Σαββατοκύριακο 23 & 24 Απριλίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Τελικά δεν περιοριστήκαμε μόνο σε αυτήν, μιλήσαμε όμως κυρίως γι’αυτήν. Κουβεντιάσαμε για αρκετά ζητήματα που απασχολούν τους ανθρώπους του χώρου και έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Φάνηκε να διακατέχεται από εκείνο το δημιουργικό άγχος και την ανυπομονησία ν’ανεβάσει κάτι δικό του για πρώτη φορά, κάπως διαφορετικά, πειραματιζόμενος πιο έντονα με το θεατρικό στοιχείο και όχι μόνο… Όλα τα υπόλοιπα, σχετικά με τον χοροδιδάσκαλο Αποστόλη Τάκη, στην συνέντευξη που ακολουθεί.
Παραλογαί/ες, μία μουσικοχορευτική παράσταση που περιέχει έντονα και το θεατρικό στοιχείο, βασισμένη στη θεματολογία των παραλογών. Πόσο εύκολο θεωρείται ότι είναι να παρουσιαστεί ένα τόσο ιδιαίτερο θέμα και μάλιστα σε κοινό που ενδέχεται να μην γνωρίζει τι είναι παραλογές;

Καθόλου εύκολο, πιστέψτε με. Πρόκειται για μια ιδέα που με απασχολεί τα τελευταία 2 χρόνια και, καθώς προσδοκώ η παράσταση να ξεφύγει από τις συνηθισμένες παραστάσεις των παραδοσιακών χορών, στοχεύω να είναι μια διαφορετική πρόταση. Ήταν μία δύσκολη απόφαση, όχι ως προς τη σύλληψη αλλά ως προς την υλοποίηση. Όλες οι παραστάσεις που έχουμε διοργανώσει μέχρι τώρα ήταν καθαρά απλά μουσικοχορευτικές και, τρόπον τινά, επαναλαμβανόμενες. Προσωπικά, έχω κουραστεί από το σύνηθες μοτίβο τέτοιων παρουσιάσεων, όπου πολυάριθμες χορευτικές ομάδες παρελαύνουν επί σκηνής, αλλάζοντας ενδυμασίες ανάλογα με την παρουσιαζόμενη χορευτικά περιοχή.

Εδώ και πολύ καιρό, έπειτα από την πολύχρονη ενασχόλησή μου στο χώρο, συνέλαβα ακόμη και τον ίδιο μου τον εαυτό, τοποθετώντας τον στη θέση του θεατή, να «πλήττει», ακόμη και στις δικές μας παραστάσεις, τις οποίες κάθε φορά τις είχαμε προετοιμάσει με πολύ κόπο και μεράκι! Μιλώντας συμβολικά, θα ήθελα να αναφέρω την άποψη του Δρ. Χρήστου Παπακώστα, Λέκτορα Σ.Ε.Φ.Α.Α. του Ε.Κ.Π.Α., πως εάν προσπαθούσαμε να περιγράψουμε σχηματικά την παρουσίαση του ελληνικού χορού στις παραστάσεις των χορευτικών συγκροτημάτων, θα την οριοθετούσαμε ανάμεσα σε ένα απώτερο ύψος και ένα κατώτερο βάθος, σε έναν δηλαδή συνεχή «εγκλωβισμό», χωρίς ευελιξία! Θεωρώ λοιπόν ότι οι παραστάσεις των ελληνικών χορών πλέον «ασφυκτιούν» και οφείλουμε να τους προσδώσουμε μία άλλη διάσταση.

«Παραλογαί/ες», μουσικοχορευτική παράσταση από τις «ΒΑΚΧΑΙ» - Συνέντευξη με τον Αποστόλη Τάκη

Προσωπικά με μαγεύει το θεατρικό στοιχείο σε συνδυασμό με τον χορό. Όλοι οι σύλλογοι και οι διάφοροι πολιτιστικοί φορείς, εθνοτοπικοί και μη, από το ’70 και μετά, ακολούθησαν μία συγκεκριμένη πορεία, παρουσιάζοντας, πολύ εύλογα, τους χορούς, τα δρώμενα και τα έθιμα των χωριών τους, ή περιοχών που τους ενδιέφεραν. Από ένα σημείο και μετά, νομίζω ότι όλοι ακολούθησαν την πεπατημένη οδό της αντιγραφής, με τον έναν ή άλλον τρόπο, της πορείας που χάραξε η αείμνηστη Δόρα Στράτου. Θεωρώ, επίσης, ότι ασχοληθήκαμε περισσότερο με πράγματα που δεν έπρεπε, μπήκαμε σε διαδικασίες σύγκρισης, σε προβληματισμούς για την πιστότητα της χορευτικής αναπαράστασης ή την ορθότητα των χορευτικών πατημάτων – βημάτων, χάνοντας έτσι τη μετουσίωση του χορευτικού γεγονότος και τη μεταφορά του σε πιο θεατρική διάσταση. Αυτό το θεωρώ ατόπημα, μέχρι ενός σημείου βέβαια, γιατί όλα τα παραπάνω δεν είναι σαφώς στοιχεία που πρέπει να αγνοηθούν.

Ο καθηγητής της λαογραφίας, Μιχάλης Μερακλής (καθηγητής μου τόσο στο Παιδαγωγικό τμήμα παλαιότερα, αλλά και στο μεταπτυχιακό μου στη Λαογραφία πρόσφατα – Πρόεδρος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) έχει γράψει ότι «… ο χορός είναι κάτι που σχηματίζεται και διαλύεται, που γίνεται και ξε-γίνεται αδιαλείπτως, ταυτισμένος κάθε φορά με το σώμα κάθε ατόμου – κάθε εποχής, κάθε ιδιοσυγκρασίας, κάθε στιγμής …». Σε ένα άλλο σημείο, αναφέρει « … Όπως έχει παρατηρηθεί, ο χορός δεν έχει δική του σταθερή υπόσταση, όπως λ.χ. ένα δρεπάνι, ένα κύπελλο, ένα κόσμημα…». Δεν είναι δηλαδή ένα αντικείμενο λαϊκής τέχνης το οποίο θα αναπαραχθεί απαράλλαχτο. Άρα, από τη στιγμή που ο χορευτής έχει τη δική του ύπαρξη, από τη στιγμή που ο χορός είναι η προσωπική έκφραση του χορευτή, είναι μαζί «… ο τεχνίτης και το προϊόν του…». Έτσι, αντιλαμβανόμαστε ότι σαφώς υπάρχει ένα αμέτρητο πλήθος χορευτικών μοτίβων που μας οδηγούν στο να αντιληφθούμε την ανυπέρβλητη δυσκολία στη σύλληψη και καταγραφή της αυθεντικής ή και πρότυπης μορφής των χορών.

Η εισαγωγή μου στο μεταπτυχιακό της Λαογραφίας το 2012, μου κατέδειξε όλες αυτές τις θέσεις και άρχισα να βλέπω τα πράγματα υπό διαφορετικό πρίσμα. Εκεί διευρύνθηκαν οι ορίζοντές μου, απέκτησα και άλλα ερεθίσματα, μελέτησα πολύ παραπάνω τον παραδοσιακό χορό και σε θεωρητικό επίπεδο. Σε συνδυασμό με την αίσθηση που προανέφερα, πως βρισκόμαστε σε ένα «χορευτικό τέλμα», και μελετώντας μια μεγάλη γκάμα ποιητικών κειμένων (δεν εννοώ μόνο τις παραλογές, αυτές ήταν η μεγάλη μου αγάπη από το Λύκειο), γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα του να κάνω κάτι διαφορετικό, να προσδώσω μια περισσότερο θεατρική διάσταση στις παρουσιάσεις μου. Εκείνο λοιπόν που σκέφτηκα, ήταν να πάρω ως βάση τα αφηγηματικά κείμενα των παραλογών, να τα επεξεργαστώ και να δώσω στο σενάριο της παράστασης μία συνεχόμενη ροή, περιπλέκοντας την εξέλιξη σε ένα συνεχόμενο μοτίβο, μουσικό, χορευτικό και αφηγηματικό. Ίσως το εγχείρημα να είναι ριψοκίνδυνο! Δε φοβάμαι όμως να «εκτίθεμαι» και να «τολμώ». Είναι μία πρώτη, διαφορετική θα μπορούσα να πω, απόπειρα! Βασίζομαι στα ποιητικά κείμενα των ιδιαίτερων αυτών δημοτικών τραγουδιών, ταξιδεύοντας μουσικοχορευτικά από περιοχή σε περιοχή.

Οι παραλογές, για τους γνώστες και μη, είναι συνήθως μεγάλα αφηγηματικά κείμενα – τραγούδια, με πάρα πολλές παραλλαγές, όχι μόνο στον ελληνικό χώρο, αλλά και στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία, όπου είναι ευρέως διαδεδομένες. Επομένως, το να συντεθεί ένα τέτοιο σενάριο – ρεπερτόριο, δεν ήταν καθόλου εύκολο. Εύλογα, αντιλαμβάνεστε ότι ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι τραγουδιών έμεινε απ’ έξω. Αν καταπιανόμασταν με όλη τη θεματολογία των παραλογών και προσπαθούσαμε να την παρουσιάσουμε σε μια θεατρική σκηνή, θα χρειαζόμασταν σίγουρα … ένα μήνα καθημερινής παρουσίασης!

Οι παραλογές, για τους γνώστες και μη, είναι συνήθως μεγάλα αφηγηματικά κείμενα – τραγούδια, με πάρα πολλές παραλλαγές, όχι μόνο στον ελληνικό χώρο, αλλά και στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία, όπου είναι ευρέως διαδεδομένες.

Την παραγωγή και διοργάνωση της παράστασης έχει αναλάβει η Εταιρεία Ορχηστικής Τέχνης «ΒΑΚΧΑΙ». Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτήν, το μέχρι τώρα έργο της, την πορεία της. Είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνει μία τόσο μεγάλη παραγωγή;

Ο φορέας μας έχει συνεχή παρουσία στον χώρο επί 19 χρόνια. Τα τελευταία 3 χρόνια έχει απλώς αλλάξει η νομική του μορφή, για λόγους καθαρά λειτουργικούς. Είναι πλέον μία αστική, μη κερδοσκοπική μορφή εταιρείας. Η συγκεκριμένη παράσταση, σαφώς και δεν είναι η πρώτη μας παραγωγή, είναι ίσως η πρώτη «επίσημη» με τη νέα νομική μας μορφή. Έχουν γίνει πάρα πολλές παρουσιάσεις – παραστάσεις στο παρελθόν.

Ο πολιτιστικός φορέας «ΒΑΚΧΑΙ» / Εταιρεία Ορχηστικής Τέχνης – Υπηρεσίες Πολιτιστικής Εκπαίδευσης, ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1997, με σκοπό τη διδασκαλία και παρουσίαση των ελληνικών παραδοσιακών χορών και δρωμένων. Λειτουργεί ανελλιπώς μέχρι σήμερα, διοργανώνοντας παραστάσεις και συμμετέχοντας σε φεστιβάλ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ενδεικτικά αναφέρονται το Θέατρο Βράχων «Άννα Συνοδινού» (1999), το Θέατρο Κολλεγίου Αθηνών (2001), το Θ.Ε.Χ. «Δόρα Στράτου» (2003,2014), το Βεάκειο Θέατρο Πειραιά (2005, 2014), το Αμφιθέατρο Παπάγου (2007) καθώς και η επί σειρά ετών (2009 – 2010 – 2011) συνεργασία με το Δήμο Αθηναίων στον Πολυχώρο Νέου Κόσμου «Άννα & Μαρία Καλουτά».

Ο φορέας διατηρεί στενή συνεργασία με διάφορους πολιτιστικούς φορείς, τοπική αυτοδιοίκηση, συλλόγους, δήμους, σχολεία κλπ. Ενδεικτικά αναφέρονται : Πολιτιστικός Σύλλογος Λουκισίων Εύβοιας «Η ΑΝΘΗΔΩΝ», Σύνδεσμος Κιμωλίων Πειραιώς, Δήμος Αθηναίων, Δήμος Καλλιθέας, κλπ. Έλαβε μέρος σε μεγάλο αριθμό συνεδρίων & σεμιναρίων ανά την Ελλάδα με θέμα την έρευνα και διάδοση των παραδοσιακών χορών του τόπου μας. Συμμετείχε με τμήμα της χορευτικής ομάδας παρουσιάσεων στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων «ΑΘΗΝΑ 2004», προμηθεύοντας μάλιστα τη διοργάνωση των αγώνων με έναν σημαντικό αριθμό παραδοσιακών ενδυμασιών, για την κάλυψη μέρους των ενδυματολογικών αναγκών της τελετής λήξης, καθώς διαθέτει συλλογή αυθεντικών παραδοσιακών ενδυμασιών και αντιγράφων τους.

Το χορευτικό ρεπερτόριο του φορέα καλύπτει το ευρύτερο φάσμα της ελληνικής επικράτειας, καθώς η εκπαίδευση των μελών – χορευτών του γίνεται σε εβδομαδιαία βάση από εξειδικευμένους χοροδιδασκάλους με επιστημονική κατάρτιση αλλά και βιωματικές καταβολές. Τέλος, επειδή ανέκαθεν υπήρχε μια κοινωνική ευαισθητοποίηση, προσπαθούμε τα κέρδη από τις παραστάσεις, όταν αυτό είναι εφικτό, να προωθούνται σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες ή φορείς που υλοποιούν ανάλογα προγράμματα στήριξης.

Έχετε ανεβάσει λοιπόν κι άλλες μουσικοχορευτικές παραστάσεις στο παρελθόν. Τι σας παρακίνησε στο ν’ανεβάσετε την συγκεκριμένη και μάλιστα στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης; Ποιο ήταν το στοιχείο εκείνο που σας ώθησε στην επιλογή του συγκεκριμένου χώρου;

Με αυτήν την παράσταση δε σας κρύβω ότι ήθελα να απευθυνθώ και σε ανθρώπους περισσότερο «ευαισθητοποιημένους» και «ανήσυχους». Όπως αναφέρθηκε ήδη, έχουμε στο ενεργητικό μας, πολλές αξιόλογες παραστάσεις και σε άλλα θέατρα, υπαίθρια ή μη, καθώς και αμέτρητες συμμετοχές σε φεστιβάλ και εορταστικές εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν από αντίστοιχους φορείς ή την τοπική αυτοδιοίκηση σε ανοιχτούς χώρους, πάρκα, πλατείες κλπ. Για μένα προσωπικά, δεν είναι μόνο αυτό η παρουσίαση των ελληνικών χορών. Είναι και αυτό, σίγουρα, γιατί είναι μια μορφή μετεξέλιξης και συνέχειας του χορευτικού φαινομένου στο φυσικό του χώρο, κατά κάποιο τρόπο. Μόνο που κι εδώ δε συμβαίνει αυθόρμητα ή ως θεσμοθετημένη συνέχεια, αλλά ως προϊόν πλέον διαχείρισης ενός μέρους της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ο παραδοσιακός χορός, άλλωστε, δεν είναι μόνο για μικρότερα ή μεγαλύτερα θέατρα. Για τη συγκεκριμένη παράσταση όμως, επειδή μιλάμε για μία θεατροποιημένη διάσταση του χορού, επιλέξαμε το «Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» για πολλούς λόγους.

Αρχικά, δε σας κρύβω, ότι υπήρξε μία σειρά μεγαλύτερων σε χωρητικότητα θεάτρων στα οποία αιτήθηκα. Η διεύθυνση παραγωγής του συγκεκριμένου χώρου ήταν η πρώτη απ’όλες που ενέκρινε άμεσα την πρότασή μας. Πολύ πιθανόν επειδή φιλοξένησε παρόμοιες μουσικοχορευτικές παραστάσεις στο παρελθόν και συμφωνούσε με την όλη διαδικασία. Συμφωνήσαμε χωρίς κανένα πρόβλημα και στις ημερομηνίες διεξαγωγής του θεάματος. Ο χώρος διαθέτει αρτιότατο τεχνικό εξοπλισμό, γεγονός που θα βοηθήσει στην θεατρική διάσταση της παράστασης. Πρόκειται για ένα όμορφο, μικρό, κλειστό θέατρο, κατασκευασμένο με τη φιλοσοφία των αρχαίων ελληνικών θεάτρων, έτσι ώστε το κοινό να έχει άμεση οπτικοακουστική πρόσβαση στο θέαμα, όποια κι αν είναι η θέση του. Είναι πολύ κοντά στην έδρα μας, είναι εύκολα προσβάσιμο και εξυπηρετεί σχεδόν στο ακέραιο το σκοπό της συγκεκριμένης παραγωγής.

‘Δεν σε φοβούμαι κυρ Βοριά, φυσήξεις δε φυσήξεις’. Βασιζόμενοι σε αυτήν την φράση με την οποία ξεκινάτε και το δελτίο τύπου, τι να περιμένει κανείς να παρακολουθήσει; Πού θα μας ταξιδέψετε;

Ο σεναριακός σκελετός έχει ως εξής: ξεκινάμε με την πολύ γνωστή παραλογή του νεκρού αδερφού, αλλά και την ταυτόχρονη συνύφανση και άλλων ελληνικών παραδοσιακών τραγουδιών που εξυπηρετούν την πλοκή, κατά την οποία παρουσιάζεται η κακή τύχη της Αρετής. Η συνέχεια της παράστασης εμπλουτίζεται με τις αφηγήσεις της κυρίας Βέρας Αισώπου. Πρόκειται για μια αξιολογότατη αφηγήτρια παραμυθιών. Η γνωριμία μας ξεκίνησε στις εισαγωγικές εξετάσεις του μεταπτυχιακού της Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (θα την δείτε και με το χαρακτηριστικό κόκκινο παπούτσι του παραμυθά). Συνεχίζοντας, υπάρχει γενική αναφορά στις κακοτυχίες των ανθρώπων, που είναι προσφιλές θέμα των παραλογών.

Εδώ υπάρχει και ένα στοίχημα: αν και κατά πόσο το κλίμα της παράστασης θα είναι «βαρύ» για το κοινό, λόγω των τραγικών εξελίξεων των ιστοριών. Είναι γνωστό, ότι ο μεγαλύτερος όγκος των αφηγήσεων των παραλογών, δεν έχει «ευτυχές τέλος». Παρουσιάζεται έτσι μία σειρά παραλογών για την κακή τύχη του νέου, της νέας, για τον άτυχο έρωτα, για τον άτυχο γάμο. Στο τέλος όμως επιδιώκεται η λύτρωση. Έτσι, μέσω της έντονης κακοκαιρίας που προκαλεί ο βοριάς και της κακής τύχης της γυναίκας του πρωτομάστορα, το πλοίο και το γεφύρι συμβολικά καταδεικνύουν τον δρόμο μιας συμβολικής επιστροφής: θα επιτευχθεί η επιστροφή και η αναγνώριση ενός φανταστικού περιπλανώμενου ήρωα που «διατρέχει» μέσω της αφήγησης της κυρίας Βέρας Αισώπου τις επιλεγμένες παραλογές.

Σε ποιους απευθύνεται η παράσταση; Ένας άνθρωπος που δεν έχει σχέση με οποιονδήποτε τρόπο με την ελληνική παράδοση, θα μπορούσε να την παρακολουθήσει;

Και εδώ υπάρχει ένα στοίχημα. Αν παρακολουθήσετε τη ροή της ανακοίνωσης, στην αρχή ανακοινώθηκε μόνο ο τίτλος και μετά τμηματικά, οι συντελεστές και το περιεχόμενό της. Ώσπου κάποια στιγμή, μία κυρία εκ των μελών του χορευτικού μου μεταφέρει αγχωμένη ότι οι συνάδελφοί της δεν αντιλήφθηκαν επακριβώς το θέμα της παράστασης και τη ρωτούσαν συνεχώς περί τίνος πρόκειται. Εκεί αισθάνθηκα πως κερδίσαμε το στοίχημα γιατί, αν και η δράση του φορέα μας είναι γνωστή, κινήσαμε την περιέργεια, ως προς το ποιο θα είναι το περιεχόμενο της νέας ιδέας που υλοποιούμε. Δεν ήθελα εξαρχής να δώσω κάτι έτοιμο, ότι είναι μία τυπική μουσικοχορευτική παράσταση. Και θεωρώ ότι εξελίχθηκε, μέχρι τώρα τουλάχιστον, όπως ακριβώς αναμενόταν.

Σε ποιους απευθύνεται; Το κοινό μας είναι συγκεκριμένο, κατά κάποιο τρόπο. Εννοώ ότι αρχικά σίγουρα θα έρθουν οι φίλοι και συγγενείς των μελών που συμμετέχουν. Από εκεί και πέρα, ως πρόταση την απευθύνω, όπως σας ανέφερα και προηγουμένως, στα «ανήσυχα πνεύματα», για να δουν κι αυτήν την διαφορετική – κατ’εμέ – πρόταση και να κρίνουν, είτε θετικά είτε αρνητικά. Η άμεση εξάντληση των εισιτηρίων και των δύο ημερών, μας μεταφέρει το μήνυμα, ότι τουλάχιστον εν πρώτοις, κεντρίσαμε το ενδιαφέρον του κοινού μας. Έχουν γίνει ήδη κάποιες συζητήσεις με διάφορους ανθρώπους του χώρου, οι οποίοι μου ανέφεραν ότι τους έχει ενθουσιάσει η πρωτοτυπία του θέματος και πως η παρουσίασή του αποτελεί τόλμημα.

Γνωρίζοντας ότι οι παραλογές είναι αφηγηματικά κείμενα που έχουν δραματικό (τραγικό) περιεχόμενο, έχουν περιέργεια για τον τρόπο με τον οποίο θ’αποδοθούν. Μα και ο θεατής που παρακολουθεί παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας, αντιμετωπίζει ακριβώς το ίδιο, παρακολουθεί ένα «βαρύ» έργο. Βασίστηκα, και το λέω με ταπεινότητα γιατί η ενασχόλησή μου με το θέατρο είναι εντελώς ερασιτεχνική, στην κορύφωση του αρχαίου δράματος, όπου στο τέλος επέρχεται η κάθαρση, στο αίσθημα δηλαδή που δημιουργείται στον θεατή λόγω της αποκατάστασης της ηθικής τάξης. Σαφώς και η κάθαρση στο αρχαίο δράμα δεν έχει να κάνει με το happy ending που προσπαθώ να αποδώσω με την επιστροφή του ξενιτεμένου. Επιθυμώ απλά στο τέλος η παράστασή μας, μετά από όλες τις συμφορές, να κλείσει με ένα αισιόδοξο μήνυμα, «ένα αίσιον τέλος».

Θα πρέπει να δίνεται στον θεατή η αίσθηση ότι θα παρακολουθήσει μια θεατρική μεταφορά. Γι’αυτό ο χορός, η μουσική, το δραματικό στοιχείο και το ένδυμα πρέπει να συνυπάρχουν σε μία σωστή αναλογία, ταυτόχρονα με τον λόγο.

Ας πάμε τώρα σε ένα από τους σπουδαιότερους παράγοντες της παράστασης, τους συντελεστές. Καταρχάς έχετε επιλέξει μία σπουδαία ομάδα τραγουδιστών και μουσικών. Μιλήστε μας λίγο γι’αυτήν. Έχετε ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν μαζί τους;

Όχι με όλους αλλά με αρκετούς. Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε από τους τραγουδιστές της παράστασης, την κα Μαρία Αναματερού και τον κο Θοδωρή Μέρμηγκα, που είναι και οι βασικές «φωνές» πάνω στις οποίες έχει στηθεί όλη η σύλληψη της ιδέας. Τον κο Θ. Μέρμηγκα τον παρακολουθώ αρκετό καιρό και ομολογώ πως είναι στο είδος του απλά κορυφαίος! Την κα Μ. Αναματερού την προσέγγισα κατόπιν πρότασης της ανιψιάς μου Χρύσας Παπαδοπούλου, η οποία – αξίζει να αναφερθεί εδώ – με την εμπειρία της από τις θεατρικές σπουδές συνετέλεσε τα μέγιστα στη σεναριακή συρραφή των παραλογών. Αναζητώντας μία αρμένικη μουσική για τη δημιουργία του προωθητικού βίντεο της παράστασης, μου πρότεινε να δω τη συνεργασία της κας Μαρίας Αναματερού με τον κο Haig Yazdjian. Ομολογώ πως μαγεύτηκα! Έγινε η επαφή μέσω κοινών γνωστών μας και θέλω να επισημάνω ότι με εξέπληξε αφάνταστα θετικά η άκρως ευγενική της στάση, το έντονο ενδιαφέρον και ο υπέρμετρος ενθουσιασμός που έδειξε εξαρχής για την ιδέα μας, αλλά και το πόσο άψογα την υποστηρίζει. Είναι η πρώτη μου συνεργασία και με τον κο Θ. Μέρμηγκα και με την κα Μ. Αναματερού.

Τώρα, όσον αφορά τους υπόλοιπους συντελεστές, ο Γιάννης Γευγελής είναι για εμένα ουσιαστικά η «μουσική» ψυχή των δικών μας «ΒΑΚΧΩΝ». Με άλλα λόγια, όταν πρόκειται να παρουσιαστεί κάτι νέο από τον φορέα μας, είναι ο άνθρωπος με τον οποίο θα κάνω πάντα την πρώτη προσέγγιση του εγχειρήματος και μετά θα πάμε σε όλα τ’άλλα! Πρόκειται για μία ιδιαίτερη φιλία και συνεργασία χρόνων, η οποία είχε ξεκινήσει με τον πατέρα του Γιάννη, τον κο Γιώργο Γευγελή! Όσον αφορά τον Αντώνη Μαρτσάκη και τους συνεργάτες του, θεωρώ ότι πρόκειται για μουσικές μορφές βγαλμένες από τα «σπλάχνα» της Κρήτης και ήθελα εδώ και αρκετό καιρό να συνεργαστώ μαζί τους. Δέχτηκαν με χαρά να συμμετέχουν και υποστηρίζουν άψογα το τμήμα των κρητικών παραλογών με δυο υπέροχα ριζίτικα που έχουμε επιλέξει.

Με τους υπόλοιπους συντελεστές έχουμε συνεργαστεί, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο. Πρόκειται για μία πλειάδα σημαντικών μουσικών: ο Γιάννης Παυλόπουλος στο βιολί, ο Θοδωρής Τασούλας στο κλαρίνο, είναι για μένα οι μουσικοί που αντιλαμβάνονται πλήρως τη θεατρική διάσταση του χορού και κινούνται με φοβερή ευελιξία σε ό,τι τους ζητηθεί. Μαζί μας ακόμη ο Ιορδάνης Κουζηνόπουλος στο λαούτο, ο Βαγγέλης Δημούδης στο ούτι και το τραγούδι της Θράκης, η Στέλλα Βαλάση στο σαντούρι, ο Πάνος Δημητρακόπουλος από τους ΤΑΚΙΜ στο κανονάκι, ο Βασίλης Γραμματικός στην γκάιντα και τσαμπούνα και ο Λάμπης Μουρούζης στην ποντιακή λύρα. Νομίζω πως οτιδήποτε επιπλέον και αν αναφέρω για τους σπουδαίους αυτούς καλλιτέχνες, είναι απλά περιττό.

Από εκεί και πέρα, την ενδυματολογική επιμέλεια της παράστασης έχουν αναλάβει ο Άγγελος Θεοδοσίου και ο Νίκος Σωτηρίου από το Εργαστήρι Παραδοσιακών Φορεσιών των Μεγάρων. Είναι ανυπέρβλητοι στο είδος τους και είμαι κάθετος σε αυτό, όπως κι αν ακουστεί. Το επισημαίνω, γιατί έχω κάνει την προσπάθειά μου και στο παραδοσιακό ένδυμα, που είναι η δεύτερη μεγάλη μου αγάπη μετά τον χορό. Θεωρώ λοιπόν ότι το συγκεκριμένο εργαστήριο μαζί με το αντίστοιχο της κας Αρετής Παστελή, είναι Εργαστήρια Τέχνης, όχι απλά αντιγράφων. Για το τέλος άφησα τον κο Στάθη Καλογερόπουλο από το Δήμο Φιλοθέης-Ψυχικού, με τον οποίο μας συνδέει μία φιλία χρόνων δυνατή, από την εποχή που υπήρξαμε συγχορευτές στο Θέατρο Ελληνικών Χορών «ΔΟΡΑ ΣΤΡΑΤΟΥ». Είναι ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται πριν από εμένα για εμένα, ηγείται των χορευτικών ομάδων και μετουσιώνει με μια απίστευτη ηρεμία αυτό που θέλω να πραγματοποιήσω.

Στιγμές από τις πρόβες για την παράσταση

Στιγμές από τις πρόβες για την παράσταση

Χορευτικά ποιοι σύλλογοι συμπράττουν;

Σε τέτοιες παραστάσεις θεωρώ ότι χρειάζεσαι κόσμο με τον οποίο μοιράζεσαι το ίδιο σκεπτικό. Αρχικά θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα.Μαίρη Μαρκάκη, η οποία δίδαξε και επιμελήθηκε το πρόγραμμα των κρητικών χορών. Συνεχίζοντας, έχω μία πάρα πολύ καλή συνεργασία με τον κο Κωστή Παπασπύρο, υπεύθυνο του Χορευτικού & Πολιτιστικού Συλλόγου «Μέθεξις» στην Ηλιούπολη. Είμαστε φίλοι πάρα πολλά χρόνια και μπορώ να πω ότι το «χνώτο» μας μυρίζει το ίδιο, για να χρησιμοποιήσω και μια λαϊκή έκφραση. Φέτος, γνωριστήκαμε με τον Κωνσταντίνο Δούλη, υπεύθυνο του ΧΟ.ΠΟ.ΣΥ. Δερόπολης. Αρχικά του πρότεινα να ερμηνεύσουν μόνο το πολυφωνικό τραγούδι της παράστασης, στην πορεία όμως είδα ότι μπορούμε να συμπράξουμε και χορευτικά, κάτι που επιθυμούσαν και οι ίδιοι. Είναι ένα πολύ νεαρό παιδί ο Κωνσταντίνος, αλλά είναι πολύ μεστός σε αυτό το οποίο κάνει. Επίσης, μαζί μας θα είναι ο Σύνδεσμος των απανταχού Κιμωλίων «Η Οδηγήτρια» στον οποίο είμαι εγώ υπεύθυνος χορευτικά και συμμετέχουν σχεδόν πάντα στις παραστάσεις του φορέα μας. Τελευταίο άφησα τον κορυφαίο κο Νίκο Ζουρνατζίδη με τον Χορευτικό Όμιλο Ποντίων «ΣΕΡΡΑ» Μοσχάτου-Ταύρου. Αποτελεί πραγματικά τιμή μου να έχω τον ίδιο και την κορυφαία ομάδα του μαζί μου.

Κατά την άποψή σας, ποια στοιχεία θα πρέπει να περιλαμβάνει μία πετυχημένη μουσικοχορευτική παράσταση;

Αυτό είναι πολύ υποκειμενικό. Ο καθένας αντιλαμβάνεται εντελώς διαφορετικά το πώς θέλει να παρουσιάσει μια συγκεκριμένη χορευτική θεματολογία. Από τη στιγμή που εμπνεόμαστε από τον ελληνικό παραδοσιακό χορό, τον οποίο πλέον διαδίδουμε μέσα στις αίθουσες χοροδιδασκαλίας (επισημαίνω εδώ πως, οι πανεπιστημιακοί καθηγητές μιλούν για μία μετουσίωση), από την στιγμή που ανεβάζουμε τον παραδοσιακό χορό ως «θέαμα» στη σκηνή (πρακτικές θεάματος επιτελούσε εν μέρει και στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία άλλωστε, με ό,τι επιπλέον και αν εξυπηρετούσε έμμεσα ή άμεσα) πιστεύω ότι τα στοιχεία εκείνα τα οποία πρέπει να βαρύνουν, είναι αυτά της θεατρικότητας, οπότε μοιραία πρέπει να συμμορφωθούμε με τους κανόνες του θεάτρου. Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει όταν ανεβαίνουν τέτοιες παραστάσεις ν’αντιληφθούμε ότι δεν πρέπει να βγάζουμε απλά ορδές χορευτών που χορεύουν και χορεύουν συνεχώς, (ενδεχομένως να δείτε κάτι τέτοιο και στη δική μας παράσταση ως «εγκατάλειμμα» ή «επιβίωμα» προηγούμενης νοοτροπίας, από την οποία δεν έχουμε απογαλακτιστεί άλλωστε πλήρως), αλλά θα πρέπει να δίνεται στον θεατή η αίσθηση ότι θα παρακολουθήσει μια θεατρική μεταφορά. Γι’αυτό ο χορός, η μουσική, το δραματικό στοιχείο και το ένδυμα πρέπει να συνυπάρχουν σε μία σωστή αναλογία, ταυτόχρονα με τον λόγο. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ ο λόγος, εξ ου και η αφήγηση στην παράσταση η οποία είναι πρωτίστως βασισμένη στην στιχουργική πλοκή των παραλογών και δευτερευόντως στη χορευτική τους απόδοση.

Πριν «ξεσπαθώσουμε» υπέρ του «κάνω παράδοση», ας μελετήσουμε όλοι μας αρκετά παραπάνω για να αντιληφθούμε εάν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον φολκλορισμό και στην πολυαναφερόμενη εδώ και αρκετό καιρό «δεύτερη ύπαρξη» του παραδοσιακού «υλικού».

Ας εστιάσουμε τώρα λίγο σ’εσάς. Έχετε αναλάβει ουσιαστικά όλη την παράσταση, δηλαδή την διοργάνωση, την σκηνοθεσία, την παραγωγή. Σαν χοροδιδάσκαλος που είστε, θα σας δούμε να χορεύετε σε αυτήν ;

Εδώ υπάρχει ένα δίλημμα, δεν έχω πάρει την τελική μου απόφαση ακόμα. Η αρχική μου θέση είναι όχι, να μην χορέψω, για πολλούς και διάφορους λόγους. Θεωρώ ότι αν δεν συμμετέχω θα μετουσιωθεί η ιδέα μου καλύτερα. Θέλω να δω την ιδέα μου να πραγματώνεται και δεν σημαίνει ότι αν είμαι έξω από αυτήν, από την εκτέλεσή της εννοώ, δεν είμαι κομμάτι της. Είναι μέσα στο μυαλό μου, είναι το DNA μου. Στο τέλος όμως ενδεχομένως να το μετανιώσω και να υποκύψω στον πειρασμό. Χωρίς να θέλω να ακουστεί περίεργο, η συμμετοχή μου θα κριθεί στη γενική πρόβα.

Και για το τέλος, ένα ερώτημα που δημιουργεί κάθε φορά μεγάλες συζητήσεις. Στη σημερινή εποχή τι κάνουμε, παράδοση ή folklore;

Θα σας απαντήσω κάνοντας εκ νέου αναφορά στον αγαπημένο μου δάσκαλο, τον καθηγητή της Λαογραφίας κο Μιχάλη Μερακλή, αντλώντας από τις σελίδες του συγγράμματός του «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ : Κοινωνική Συγκρότηση – Ήθη και Έθιμα – Λαϊκή Τέχνη» τον ορισμό του φολκλορισμού: «Επειδή λοιπόν έθιμα του παραδοσιακού είδους δε γίνονται σήμερα, σε συνδυασμό με την ψυχολογικά καθορισμένη, συχνά εκδηλωνόμενη κλίση του ανθρώπου προς το παρελθόν, παρατηρήθηκε, ιδίως από τη δεκαετία του ’50, στις ανεπτυγμένες κυρίως χώρες το φαινόμενο του φολκλορισμού, της αναβίωσης δηλαδή παλαιών μορφών ζωής, εκείνων κατεξοχήν, που μπορούν να παρασταθούν σαν ένα θέαμα και μάλιστα για τους αστούς».

Ας εντάξουμε λοιπόν και το «σύγχρονο φαινόμενο του παραδοσιακού χορού» σε αυτήν την τοποθέτηση και ας βγάλει ο καθένας μόνος του τα συμπεράσματά του. Και μιλάμε μόνο για την κορυφή του παγόβουνου. Πολλά έχουν γραφτεί και πολλά περισσότερα έχουν ειπωθεί, όπως ήδη επισημάνατε με το ερώτημά σας. Σαφώς θα μπορούσαμε να πούμε και να γράψουμε πολλά ακόμη. Εκείνο που έχω μόνο να επισημάνω είναι ότι πριν «ξεσπαθώσουμε» υπέρ του «κάνω παράδοση», ας μελετήσουμε όλοι μας αρκετά παραπάνω για να αντιληφθούμε εάν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον φολκλορισμό, την τεχνητή αναβίωση δηλαδή του αγροτικού παρελθόντος και στην πολυαναφερόμενη εδώ και αρκετό καιρό «δεύτερη ύπαρξη» του παραδοσιακού «υλικού». Ποια θα μπορούσε να είναι σήμερα εκείνη η «γνήσια κοινωνία φορέων» που θα υποστήριζε αυτή την «αναγέννηση», αν όχι η ίδια η παραδοσιακή κοινωνία, η οποία απλά θα συνέχιζε την ύπαρξή της, χωρίς να περάσει σε μια επόμενη, δεύτερη ή τρίτη κλπ. ζωή; Φρονώ όμως ότι πρέπει να σταματήσουμε εδώ, γιατί αν επεκταθούμε, απλά θα οδηγηθούμε στις ίδιες αέναες συζητήσεις που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό της συγκεκριμένης συνέντευξης. Σας ευχαριστώ πολύ!

Διαγωνισμός

Το Τόποι & Τρόποι, χορηγός επικοινωνίας της παράστασης «Παραλογαί/ες», κληρώνει μία διπλή πρόσκληση για την Κυριακή 24 Απριλίου στις 21.00μμ στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Για να δηλώσετε συμμετοχή, πατήστε ΕΔΩ

Βιογραφικό

Αποστόλης Τάκης

Ο Αποστόλης Κωνσταντίνος Τάκης γεννήθηκε το 1968 στην Αγία Τριάδα Καρδίτσας, ένα αμιγές καραγκουνοχώρι του κάμπου, όπου έζησε εκεί μέχρι τα πρώτα γυμνασιακά του χρόνια. Γαλουχήθηκε με την ντόπια λαϊκή παράδοση, τους χορούς και τα τραγούδια, μέσα από μια καθαρά βιωματική διαδικασία. Σπούδασε παιδαγωγικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας (1987-1991) και εισήχθηκε το 2008 στον Α’ Κύκλο του Μεταπτυχιακού Προγράμματος του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Παν/μίου Ιωαννίνων, με τίτλο: «Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Κοινωνία: Ιστορία – Λαϊκός Πολιτισμός». Αντίστοιχα το 2012 εισήχθηκε Π.Μ.Σ. του Τομέα Βυζαντινής Φιλολογίας και Λαογραφίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Ε.Κ.Π.Α. με κατεύθυνση τη Λαογραφία. Σήμερα βρίσκεται στο στάδιο της εκπόνησης της διπλωματικής του εργασίας. Υπήρξε χορευτής παραδοσιακών χορών στη χορευτική ομάδα του Δήμου Καλλιθέας (1986 – 1996), στο Λύκειο των Ελληνίδων Αθηνών (1987-1992) και στο Θέατρο Ελληνικών Χορών «Δόρα Στράτου» (1996 – 1999) Το 1997 ίδρυσε τον πολιτιστικό φορέα «ΒΑΚΧΑΙ / ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΧΗΣΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ», με σκοπό τη διδασκαλία και παρουσίαση των ελληνικών παραδοσιακών χορών και δρωμένων, ο οποίος λειτουργεί ανελλιπώς μέχρι σήμερα, διοργανώνοντας παραστάσεις και συμμετέχοντας σε φεστιβάλ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Διετέλεσε χοροδιδάσκαλος σε διάφορους πολιτιστικούς φορείς, συλλόγους, δήμους, σχολεία κλπ., δραστηριότητα την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά αναφέρονται : Πολιτιστικός Σύλλογος Λουκισίων Εύβοιας «Η ΑΝΘΗΔΩΝ», Σύνδεσμος Κιμωλίων Πειραιώς, Δήμος Καρύστου, Δήμος Καλλιθέας, Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού, ΕΤ1 (εκπομπή ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ), Ερευνητικού κέντρο Ελληνικού Τραγουδήματος (ΕΡ.Κ.Ε.Τ.) κλπ. Έλαβε μέρος σε μεγάλο αριθμό συνεδρίων & σεμιναρίων ανά την Ελλάδα με θέματα την έρευνα και διάδοση των παραδοσιακών χορών του τόπου μας. Συνεργάστηκε με τη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού (2005, 2007, 2009 & 2011) ως υπεύθυνος για τη διδασκαλία των ελληνικών χορών στα Ελληνόπουλα 3ης γενιάς που επισκέπτονται την Ελλάδα μέσω ειδικού προγράμματος. Συμμετείχε με τμήμα του φορέα «ΒΑΚΧΑΙ / ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΧΗΣΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ» στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων «ΑΘΗΝΑ 2004», προμηθεύοντας μάλιστα τη διοργάνωση των αγώνων με ένα σημαντικό αριθμό παραδοσιακών ενδυμασιών, για την κάλυψη των ενδυματολογικών αναγκών της τελετής λήξης. Διαθέτει προσωπική συλλογή αυθεντικών παραδοσιακών ενδυμασιών καθώς και αντιγράφων. Εργάστηκε επί μια δεκαετία περίπου στον ιδιωτικό τομέα και στον τουρισμό. Σήμερα εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Gallery

Σχόλια Χρηστών

Σχόλια

σχόλια

x

Δείτε Επίσης

Συνέντευξη με τον Χορευτικό Όμιλο ΕΙΡΗΝΗ με αφορμή την παράσταση “Στου χρόνου τα γυρίσματα”

Συναντήσαμε τα μέλη του Δ.Σ του Χορευτικού Ομίλου «ΕΙΡΗΝΗ» Ηρακλείου Αττικής να συζητήσουμε για την παράσταση “Στου χρόνου τα γυρίσματα” κι όχι μόνο