Το κωνσταντινουπολίτικο θέατρο

Τοποθεσία: Κωνσταντινούπολη Περιφέρεια: Αλησμόνητες Πατρίδες Φυλή: Κωνσταντινουπολίτες

Έχετε κάποια απορία ή παρατήρηση για το παρόν περιεχόμενο; Θα χαρούμε να σας ακούσουμε!

Θεμέλιος λίθος του Νεοελληνικού Θεάτρου, υπήρξε το θέατρο που αναγεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην Κωνσταντινούπολη γύρω στα τέλη του 17ου αιώνα και μετά. Σε έδαφος που είχε προετοιμάσει ο κοσμοπολιτισμός, η πληροφόρηση από τη δυτική Ευρώπη και η καλλιέργεια της ανώτερης τάξης των ρωμιών της Πόλης, άνθισε κυριολεκτικά ένα ελληνικό θέατρο άκρως ενδιαφέρον. Οι Φαναριώτες, έχοντας επαφές με τις παραδουνάβιες ηγεμονίες όπου οι εκεί Έλληνες ηγεμόνες ανέβαζαν παραστάσεις, μεταφράζουν και διαβάζουν, από τα γαλλικά κυρίως, έργα των Μολιέρου, Γκολντόνι, Αλφιέρι κ.ά. Εντύπωση τους κάνουν τα θέματά τους, που μιλούν για μακρινούς πρόγονους των «ρωμιών» που μιλούσαν την «γραικικήν» γλώσσα, δηλαδή την ελληνική! Πλούσιοι Κωνσταντινουπολίτες φιλοξενούν λοιπόν ερασιτεχνικά ανεβάσματα αυτών των έργων στα μέγαρά τους, με την άδεια της Υψηλής Πύλης.

Οι Ευρωπαίοι συγγραφείς στάθηκαν δάσκαλοι για τους μετέπειτα Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς της Πόλης. Ο Μολιέρος βρίσκεται ολοζώντανος αλλά τέλεια αφομοιωμένος στον «Φιάκα» του Δημοσθένη Μισιτζή. Τον συναντάμε στα έργα του Μιλτιάδη Χουρμούζη, που παρότι Κωνσταντινουπολίτης δημιούργησε κυρίως στην τότε ελεύθερη Ελλάδα. Αλλά και οι Γεώργιος Σούτσος, Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός και Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής, χρωστούν πολλά στους εξ Εσπερίας ομότεχνούς τους.

Εν όψει της Επανάστασης του 1821 λοιπόν, Έλληνες διανοούμενοι, με βάση τη διδασκαλία του διαφωτισμού, σχεδίασαν τη συνένωση, την ομογενοποίηση των ρωμιών που μιλούσαν τα γραικικά – ελληνικά, γύρω από την έννοια «Έλληνας». Το θέατρο ήταν ένα από τα ισχυρά όπλα τους.

Οι Ευρωπαίοι συγγραφείς, με τα αρχαιόθεμα έργα τους, είχαν «συστήσει» στους σκλαβωμένους Έλληνες τους προγόνους τους. Οι ανταγωνιστές του ελληνικού θεάτρου της Κωνσταντινούπολης ήταν οι γαλλικοί, ιταλικοί και εγγλέζικοι θίασοι που έπαιζαν στην Πόλη, για τις πολυπληθείς κοινότητες των ομογενών τους. Το ελληνικό φιλότιμο με πείσμα, μεράκι και σοβαρότητα, ανταγωνίζεται και συχνά «νικά» κατά κράτος τους «φράγκους».

Οι παραστάσεις πληθαίνουν και το Οικουμενικό Πατριαρχείο σιωπηρά στηρίζει την υπόθεση! Στην εφημερίδα «Κωνσταντινούπολις», αρ. φ. 1175/9-2-1872 διαβάζουμε ότι «πολλάκις (εδίδοντο) θεατρικαί παραστάσεις εντός του περιβόλου των εκκλησιών» και ότι «εντός της σκηνής και επί των ευρυτάτων εξεδρών πέριξ, επί πολυθρονών, ανεπαύοντο και ήκουον μετά συγκινήσεως τα διδάγματα οι Μητροπολίται, αρχιεπίσκοποι και συνοδικοί του Πατριάρχου ημών, πηγαινοερχόμενοι με αμάξας -διά της δευτέρας γεφύρας του Κερατίου κόλπου- από το Φανάριον».

Η λογοκρισία του τουρκικού κράτους επέβαλε να υποβάλλουν οι θίασοι τα έργα στην αρμόδια επιτροπή, για έγκριση. Υπάρχουν και κανόνες απαράβατοι που αφορούν τη λειτουργία των θεάτρων. Απαγορεύονται «παντομίμαι» που «αντίκεινται στην δημόσια ηθική». Οι ηθοποιοί απαγορεύεται «να προσέρχονται στη σκηνή σε κατάστασιν μέθης». Ακόμα «αι παραστάσεις οφείλουν να λήγωσι το μεσονύκτιον. Αι ηθοποιοί αι φορούσαι στενάς και προσκεκολλημένας αναξυρίδας και χειρονομούσαι ανηθίκως, τιμωρούνται».

Επειδή βεβαίως «του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει», σε μια παράσταση του «Αριστόδημου» του Monti το 1860, εμφανίσθηκε πάνω στη σκηνή και σε άσχετη στιγμή, η ελληνική σημαία, προκαλώντας βέβαια μεγάλο ενθουσιασμό. Η παράσταση απαγορεύθηκε. Στο «Καφέ Ρούμελη» το 1862, παίχθηκαν τα «ηρωικά» θεατρικά έργα «Μάρκος Μπότσαρης» και «Καραϊσκάκης», με ψευδείς όμως τίτλους, ως αρχαία ξένα δράματα!

Εδώ λοιπόν, για πρώτη φορά οργανώνεται η συντεχνία των ηθοποιών σε επαγγελματική βάση. Και τούτο, γιατί οι παραστάσεις ήταν τόσο πολλές, ώστε υποχρέωνε τους ερασιτέχνες ηθοποιούς να εγκαταλείπουν τις παλιές τους δουλειές -δάσκαλοι, τσαγκάρηδες, έμποροι- και να γίνονται επαγγελματίες ηθοποιοί. Γύρω στα 1900 υπάρχουν 30 με 40 ελληνικές θεατρικές αίθουσες στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης, αλλά και τα προάστια. Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, η θεατρική κίνηση ήταν δραματικά κατώτερη της Κωνσταντινουπολίτικης.

Το ελληνικό θέατρο της Κωνσταντινούπολης γαλούχησε τους ρωμιούς, τους χάρισε αισθητικές απολαύσεις, τους έκανε δημιουργικούς και ευαίσθητους δέκτες απέναντι στο παλιό και το καινούργιο. Τους έδωσε δύναμη να αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις μιας δύσκολης ομολογουμένως ζωής. Έδωσε ακόμα ένα πλήθος σπουδαίων ηθοποιών και θεατρανθρώπων: Αικατερίνη Βερώνη, Κάρολος Κουν, Βασίλης Λογοθετίδης, Νικόλαος Ροζάν, Σταύρος Ξενίδης, Ελένη Χαλκούση και τόσοι άλλοι!

Το θέατρο, ως αμιγώς ελληνική «εφεύρεση», συγκαταλέγεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της πολιτισμικής μας παραγωγής. Παλαιότερης και σημερινής. Είτε στην Επίδαυρο το Κούριο και τη Δωδώνη παλιότερα, είτε στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια παλιά, είτε στις σκηνές της Αθήνας της Λευκωσίας και της Θεσσαλονίκης σήμερα, έχει πάντα τον τρόπο να γοητεύει και να καθηλώνει τους θεατές του. Το μέρος όμως που αφορά την κωνσταντινουπολίτικη πλευρά της ιστορίας του είναι σημαντικό, ενδιαφέρον και ανεξάντλητο…

Πάνος Σκουρολιάκος

Πάνος Σκουρολιάκος

Ηθοποιός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Ρουμελιώτης στην καταγωγή, από την Αμφίκλεια και Μενδενίτσα Φθιώτιδας. Έχει μελετήσει το παραδοσιακό θέατρο ενώ δημοσιεύει κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά με θέματα γύρω από τον πολιτισμό και την πεζογραφία

Σχόλια Χρηστών

Σχόλια

σχόλια

x

Δείτε Επίσης

Ήθη και Έθιμα, η φυσιογνωμία ενός λαού

Ο κ.Νίκος Ζυγογιάννης μας μιλάει για το τι είναι τα Ήθη και τα Έθιμα